De sabbatis et circumcisione
Author namesAthanase d’Alexandrie · Athanase d Alexandrie · Athanasius of Alexandria · Athanasius
- Scientific editors
- Kathrin Breimayer Editor, Christoph Scheerer Editor
- Edition reference
- Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἀθανασίου Ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας τὰ εὑρισκόμενα ἅπαντα. B. Athanasii Αrchiepiscopi Alexandrini Opera quae reperiuntur omnia, in duos tomos tributa. Graece nunc primum (ex Mss. Codd. Basil. Cantabrig. Palatt. & aliis) in lucem data, cum interpretatione Latine Petri Nannii Alcmariani, & aliorum ubi illi desiderabatur. Accesserunt Fragmenta varia: Notae variarum lectionum: Index triplex · Heidelberg · Ex Officina Commeliniana · 1601
- CTS identifier
urn:cts:greekLit:tlg2035.tlg058.local009- Corpus release
- 2.2.0 · 2026-08-29
Preface 1
Vorbemerkung
Die in der handschriftlichen Überlieferung Athanasius von Alexandrien zugeschriebene Schrift Περὶ σαββάτων καὶ περιτομῆς ἐκ τοῦ εξόδου hat weder in patristischer Literatur noch in neuerer Zeit nennenswerte Beachtung gefunden. Sie ist auch lediglich in einer der Sammlungen von Werken des Athanasius oder solchen, die ihm zugeschrieben werden, überliefert (RS- bzw. y-Sammlung). Die Zuschreibung an Athanasius wird schon in der Ausgabe der Mauriner von 1698 angezweifelt, begründet allerdings lediglich mit einem etwas nachlässigeren Stil. Abgesehen hiervon lässt sich aus dem Text selbst eine sichere Zuschreibung weder begründen noch widerlegen.
Handschriften
Siehe die Liste an Apparathandschriften oben.
Auf Grundlage der Untersuchungen von Savvidis (Kyriakos Savvidis, „Praefatio. II. Epistula IIb ad Serapionem und Epistula 3 ad Serapionem“, in: AW 1,1,4, 418–424 und Kyriakos Savvidis, „Praefationes. 4. In illud: Omnia mihi tradita sunt“, in: AW 1,1,5, 678–685) und von Stockhausen (Hanns Christof Brennecke / Uta Heil / Annette von Stockhausen, „Praefatio“, in: AW 2,8, lxiii–lxvi) wurden die Handschriften London, BM Harl. 5579, Genève, BdG gr. 29a-c; Paris, BNF gr. 475 und Wien, ÖNB theol. gr. 2 als Abschriften von vornherein für die Kollation ausgeschlossen, ebenso das Fragment Vaticano, BAV Ott. gr. 456, da diese Handschrift nach Opitz (Hans-Georg Opitz, Untersuchungen zur Überlieferung der Schriften des Athanasius, Arbeiten zur Kirchengeschichte 23, Berlin 1935, 36) eine stark zerstörte Abschrift von B ist. Nicht für den Apparat vorgesehen ist ebenso das Fragment Wien, ÖNB hist. gr. 67 (fol. 71r), da es nur wenige Zeilen umfasst und für die Textkonstitution keinen Mehrwert bietet; zwar voll kollationiert, aber ebenso nicht für den kritischen Apparat vorgesehen wurde die Handschrift Mailand, Ambr. I 059 sup. (A), deren hinterer Teil ab fol. 432 eine Abschrift von Paris, BNF gr. 475 ist – also eine Abschrift sogar nur zweiten Grades von Paris, BNF Coislin 45 – um sicher gehen zu können, dass das für diese Schrift genauso zutrifft. Sie weist zahlreiche, teils schon aus Paris, BNF gr. 475 stammende Sonderlesarten auf; den Zusammenhang mit Paris, BNF Coislin 45 (S) zeigen folgende – freilich nicht sehr belastbare – Lesarten (Stellenangaben in den folgenden Listen aus De sabbatis, wenn nicht extra vermerkt):
τε om. AS | ἐπίστηται] ἐπίσταται AS | προστιθέντες AS vs. προτιθέντες OK, προτιθοῦντες REB | ἡμέρας] ἡμέραις AS | εἶπεν om. AS
Wie sich Savvadis’ Stemmata für ep.Serap.3 und hom. in Mt. 11,27 entnehmen lässt, ist die Handschrift K kontaminiert, wobei sich die Kontamination hier wie in hom. in Mt. 11,27 mit den beiden Handschriften B und O verbinden lässt.
Bindefehler von O und K sind: ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ om. OK | δὲ om. OK | ἡ add. OK | ὁ add. OK | ὁ om. R(pc)OK(ac) | ὁ om. OK
Bindefehler von K und B sind: ἐνιαυσίους] ἐνιαυσιαίους KB | δέκατα] δέκατας KB | θέλημα RSEO vs. θῦμα KB | κατέπαυε] κατέπαυσε AKB
Ob sich aus den Varianten ἡ R(ac)SAE vs. om. R(pc)OKB und ἔμελλεν RSAE vs. ἔμελεν OKB bzw. der orthographischen Variante ἐστρωμμέναι RSAE vs. ἐστρωμέναι OKB Unterfamilien gegenüberstellen ließen, ist mehr als fraglich.
Die Variante προσάξετε] προσέταξε ΕΟ zusammen mit einem fehlenden ὁ (zusammen mit K) kurz davor könnten auf eine Verbindung dieser beiden Handschriften weisen, wie sie Savvidis’ Stemma auf S. 685 suggeriert. Im vorangehenden Text wird dieser Zusammenhang von Savvidis allerdings nirgends begründet.
Als Fehler des Ausgangstextes zu bewerten sein dürften θέλημα RSEO, was semantisch wenig Sinn ergibt und in KB zu θῦμα verbessert wurde, und zuletzt προ[σ]τιθέντες] προτιθοῦντες REB, was in den übrigen Handschriften sua sponte korrigiert wurde.
Drucke
Folgende drei Drucke des griechischen Textes aus dem 17. Jahrhundert sind zu nennen:
Die editio princeps: Tou en hagiois patros ... Athanasiou ... ta Heuriskomena hapanta. B. Athanasii archiepiscopi Alexandrini Opera quae reperiuntur omnia, in duos tomos tributa. Graece nunc primum ex mss. Codd. Basil. Cantabrig. Palatt. et aliis in lucem data, cum interpretatione Latine Petri Nannii Alcmariani, et aliorum vbi illa desiderabatur, Heidelberg 1601, p. 760–764
Sancti patris nostri Athanasii archiepiscopi Alexandriæ Opera quæ reperiuntur omnia. Quàm hæc editio alijs hactenus vulgatis locupletior sit Epistola ad Lectorem indicabit. Cum indicibus necessariis. Tomus primus, Paris 1627, p. 984–990
Sancti Patris Nostri Athanasii Archiep. Alexandrini Opera omnia quae exstant vel quae eius nomine circumferuntur, ad mss. codices Gallicanos, Vaticanos, etc. necnon ad Commelinianas lectiones castigata, multis aucta: nova Interpretatione, Prefationibus, Notis, variis lectionibus illustrata: nova Sancti Doctoris Vita, Onomastico et copiosissimis Indicibus locupletata. Opera et studio Monachorum Ordinis S. Benedicti e Congregatione Sancti Maurii, Tomus Secundus, Paris 1698, p. 55–59
Letztere ist Grundlage der bislang maßgeblichgen Ausgabe von Migne: Patrologia Graeca 28, Paris 1886, col. 133–141.
Eine erweiterte Fassung dieser Edition mit ausführlicher Einleitung, kurzen Kommentierungen und zusätzlich dem in den Handschriften vorausgehenden „Exzerpt“ aus De decretis ist in Vorbereitung für die Zeitschrift für antikes Christentum (ZAC).
Περὶ σαββάτων καὶ περιτομῆς ἐκ τοῦ εξόδου
Chapter 1
Καὶ φυλάξουσιν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ τὰ σάββατα, ποιεῖν αὐτὰ εἰς τὰς γενεὰς αὐτῶν. Διαθήκη αἰώνιος ἐν ἐμοὶ καὶ τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ, σημεῖόν ἐστιν ἐν ἐμοὶ αἰώνιον. Ὅτι ἐν ἓξ ἡμέραις ἐποίησε κύριος τὸν τε οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, καὶ τῇ ἑβδόμῃ ἡμέρᾳ κατέπαυσε.
Σημεῖόν ἐστι τοῦ εἰδέναι τὴν τῆς κτίσεως ἡμέραν καὶ τὸ ταύτης τέλος. Ἀκόλουθον ἦν ἕως τὰ τῆς κτίσεως ἐνεργεῖτο – ἡ ἡ ἐπὶ τῆς Ἱερουσαλήμ –, ἕως τότε φυλάττειν τὰ σάββατα.
Ἐλθούσης δὲ τῆς ἑτέρας γενεᾶς καὶ τοῦ κτιζομένου λαοῦ κατὰ τὸ λεγόμενον· Γραφήτω αὕτη εἰς γενεὰν ἑτέραν. Καὶ λαὸς ὁ κτιζόμενος αἰνέσει τὸν κύριον· ἀνάγκη μηκέτι τὸν λαὸν τοῦτον τηρεῖν τὸ τῆς προτέρας κτίσεως τέλος, ἀλλὰ τὴν ἀρχὴν τὴν ἀρχὴν τῆς δευτέρας κτίσεως ζητεῖν.
Τίς δέ ἐστιν, ἢ καθ’ ἣν ἀνέστη ὁ κύριος; Ἔκτοτε γὰρ ἀρχὴν ἔσχεν ἡ καινὴ κτίσις, περὶ ἧς εἶπεν ὁ Παῦλος· Ὥστε εἴ τις ἐν Χριστῷ καινὴ κτίσις.
Τὴν μὲν οὖν προτέραν κτίσιν ποιῶν ὁ θεὸς κατέπαυσε. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ σάββατον ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ ἐτήρουν οἱ τῆς γενεᾶς ἐκείνης. Ἡ δὲ δευτέρα κτίσις τέλος οὐκ ἔχει. Διὰ τοῦτο οὐδὲ κατέπαυσεν, ἀλλ’ ἕως ἄρτι ἐργάζεται. Ὅθεν οὐδὲ σαββατίζομεν ἡμέραν ὡς ἐπὶ τῇ πρώτῃ, ἀλλὰ τὰ μέλλοντα ἐλπίζομεν σάββατα σαββάτων, ἃ οὔτε οὐ τέλος λαμβάνει ἡ καινὴ κτίσις, ἀλλὰ φανεροῦται καὶ διόλου ἑορτάζει. Διὰ γὰρ τοῦτο ἐδόθη τὸ σάββατον τῷ προτέρῳ λαῷ, ἵνα γινώσκῃ καὶ τὸ τέλος καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς κτίσεως. Τῇ δὲ καινῇ κτίσει οὐκ ἐνετείλατο φυλάττειν σάββατον, ἵνα τὴν μὲν ἀρχὴν ἐν τῇ κυριακῇ γινώσκῃ, ἀτελεύτητον δὲ ἐπίστηται ἐπίσταται τὴν ταύτης χάριν.
Διὰ τοῦτο δὲ καὶ τὴν ἀρχήν, τουτέστι τὴν κυριακὴν ἐδήλωσεν, ἵνα τὸ τέλος τῆς παρελθούσης γινώσκῃς. Ὁ γοῦν ἀπόστολος περὶ τῆς προτέρας γράφων φησίν· Ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ· καὶ πάλιν· Ἐπὶ συντελείᾳ τῶν αἰώνων. Οὐκοῦν ἡ μὲν πρώτη πεπλήρωται καὶ τετελείωται, οὐκ ἄλλοτε· ἢ ὡς οἱ προφῆται ἔλεγον· Ἐν ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός μου.
Τέλος δὲ ἐχουσῶν τῶν πρώτων ἡμερῶν, ἄλλαι γίνονται, ὡς ὁ Ἱερεμίας φησίν· Ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, λέγει κύριος. Τέλος δὲ ἐχούσης τῆς πρώτης, ἀκολούθως ἑτέρας ἀρχὴ γέγονε. Διὰ τοῦτο μετὰ τὸ σάββατον ἀνέστη ὁ κύριος.
Chapter 2
Οὐ γὰρ προηγουμένως εἵνεκεν τοῦ τοῦ εἵνεκεν ἀργεῖν τοὺς ἀνθρώπους ἐδίδου τὸ σάββατον ὁ θεὸς ὁ λέγων· Ὁδοὶ ἀεργῶν ἐστρωμέναι ἀκάνθαις, καὶ ὁ προστάττων ἐν τοῖς Ἀριθμοῖς· Καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῶν σαββάτων προσάξετε προσέταξε δύο ἀμνοὺς ἐνιαυσίους ἐνιαυσιαίους ἀμώμους, καὶ δύο δέκατα δέκατας σεμιδάλεως ἀναπεποιημένης ἐν ἐλαίῳ εἰς θυσίαν καὶ σπονδήν, καὶ ὁλοκαύτωμα ὁλοκαυτώματα σαββάτων, ἐν τοῖς σαββάτοις ἐπὶ τῆς ὁλοκαυτώσεως τῆς διὰ παντός. Καὶ πάλιν πρὸ ὀλίγων λέγει ἐν τοῖς ἀνωτέρω· Καὶ ἐπιθήσετε ἐπιθήσεται ἐπὶ τὸ θέμα θέλημα θύμα λίβανον καθαρὸν καὶ ἅλας, καὶ ἔσονται εἰς ἄρτους εἰς ἀνάμνησιν προκείμενα τῷ κυρίῳ. Τῇ ἡμέρᾳ τῶν σαββάτων προτεθήσεται ἔναντι κυρίου διαπαντός, ἐνώπιον τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ διαθήκην αἰώνιον. Εἰ γὰρ ἔμελλεν ἔμελεν αὐτῷ περὶ ἀργίας οὐκ ἂν προτιθέναι καὶ προσάγειν καὶ σφάζειν, ἐκέλευε τοὺς Λευίτας; Εἰ γὰρ ἡ ἀργία ἁγιάζει, δηλονότι ἡ ἐργασία ἐργασία ἀργία μολύνει, ἀλλ’ οἱ Λευῖται ἐργαζόμενοι οὐ μολύνονται, oὐκ ἄρα ἡ ἀργία καθαρίζει, ἢ διὰ τί μόνοι οἱ Λευῖται τοῦ ἁγιασμοῦ στερίσκονται προσάγοντες καὶ σφάζοντες καὶ προτιθέντες προτιθοῦντες προστιθεντες ἐν τῷ σαββάτῳ; Τοσούτῳ τοσοῦτον γὰρ ἀπέχονται ἀνέχουσι ἀπέχουσι τοῦ πλημμελεῖν, ὅσῳ καὶ ἱλάσκονται ὑπὲρ τῶν προσφερόντων.
Chapter 3
Οὐκοῦν οὐκ ἀργίαν σημαίνει τὸ σάββατον, ἀλλὰ γνῶσιν μὲν τοῦ ποιητοῦ, παῦλαν δὲ τοῦ σχήματος τῆς κτίσεως γνώσεως ταύτης, ὡς καὶ ἐν τῷ Ἰεζεχιὴλ διαμαρτύρεται λέγων ὁ θεός· Καὶ τὰ σάββατά μου ἔδωκα αὐτοῖς τοῦ εἶναι εἰς σημεῖον ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ἀνὰ μέσον αὐτῶν τοῦ γνῶναι αὐτούς, δίοτι ἐγὼ κύριος ὁ ἁγιάζων αὐτούς. Γνώσεως ἄρα καὶ οὐκ ἀργίας ἕνεκεν ἐδόθη τὸ σάββατον· ὡς εἶναι μᾶλλον τὴν γνῶσιν ἀναγκαιοτέραν τῆς ἀργίας.
Διὰ τοῦτο ὁ κύριος ἔλεγε τοῖς αἰτιωμένοις τοὺς μαθητὰς ἐπὶ τῷ τῷ τὸ τὸ τίλλειν τοὺς στάχυας· Εἰ ἐγνώκειτε τί ἐστιν· Ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν. Ἀργοῦντας γὰρ αὐτοὺς ἐν τῷ σαββάτῳ ᾐτιᾶτο, ὅτι τὸ ἴδιον τοῦ σαββάτου οὐκ ἔχετε, ὅπερ ἐστὶν ἡ πρὸς τὴν ἀλήθειαν γνῶσις.
Διὰ τοῦτο καὶ περὶ τὴν Ἱεριχὼ κελεύονται σαλπίζειν οἱ τὸν νόμον τοῦ σαββάτου λαβόντες ἑπτὰ ἡμέρας ἡμέραις , ἐν αἷς ἑπτὰ καὶ τὸ σάββατον ἐμπίπτει. Εἰ τοίνυν ἕνεκα τοῦ ἀργεῖν ἐδόθη τὸ σάββατον, διὰ τί ἐργάζεσθαι προστάττονται σαλπίζοντες; Ἀλλ’ ἠπίστατο, ὅτι καὶ σαλπίζοντες ἐσαββάτιζον, οὐκ ἀργοῦντες, ἀλλὰ γινώσκοντες τὸν βοηθοῦντα αὐτοῖς κύριον. Ὥσπερ καὶ ἐπὶ τοῦ περιτεμνομένου ὀκταημέρου, ἀνάγκην ἀνάγκη γὰρ ἔχει καὶ τῷ σαββάτῳ περιτέμνειν, καὶ ὅμως σαββατίζει, ἐργαζόμενος μὲν γινώσκων δὲ τὸν θεόν,
Ἀμέλει καὶ τὰς μὴ ἡμέρας τῶν σαββάτων, ὅμως διὰ τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τὴν τῆς θεογνωσίας χάριν, σάββατα ὀνομάζειν εἴωθεν ὁ νόμος, μᾶλλον δὲ ὁ κύριος τοῦ νόμου, ὡς ἐν τῷ Λευϊτικῷ· Καὶ ἐλάλησε κύριος πρὸς Μωσῆν λέγων· Καὶ τῇ δεκάτῃ τοῦ μηνὸς μηνὸς μονὸς τοῦ ἑβδόμου τούτου ἡμέρα ἐξιλασμοῦ· κλητὴ ἁγία ἔσται ὑμῖν, καὶ ταπεινώσετε τὰς ψυχὰς ὑμῶν καὶ προσάξετε προσάξατε ὁλοκαυτώματα τῷ κυρίῳ. Πᾶν ἔργον οὐ ποιήσετε ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ. Καὶ μετ’ ὀλίγα· Καὶ ἔσται πᾶσα ψυχή, ἥτις ποιήσει ἔργον ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ , ἀπολεῖται ἡ ψυχὴ ἐκείνη ἐκ τοῦ λαοῦ αὐτῆς. Πᾶν ἔργον οὐ ποιήσετε. Νόμιμον αἰώνιον εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν σάββατα σαββάτων ἔσται ὑμῖν. Καὶ ταπεινώσετε τὰς ψυχὰς ὑμῶν ἀπὸ ἐνάτης τοῦ μηνός, ἀπὸ ἑσπέρας ἕως ἑσπέρας, καὶ σαββατιεῖτε τὰ σάββατα ὑμῶν. Οὐκοῦν οὐχ ἡ ἑβδόμη ἐστὶ τὸ σάββατον, ἀλλ’ ἡ ἄφεσις τῶν ἁμαρτιῶν, ὅτε τις ἀπ’ αὐτῶν καταπαύει. Οὐδὲ ἡ ἀργία ἐστὶ τὸ σάββατον, ἀλλ’ ἡ ἐξομολόγησις καὶ τὸ ταπεινοῦν τὴν ψυχήν. Οὐ γὰρ ὡρισμένως τῷ σαββάτῳ εἴρηκεν, ἀλλ’ ἁπλῶς τῇ δεκάτῃ, ἣν συμβαίνει ἀπαντᾷν μὴ ἐν σαββάτῳ. Καὶ ὅμως τὴν ἀπαντῶσαν ἡμέραν διὰ τὸν ἐξιλασμὸν σάββατον, οὐχ ἁπλῶς, ἀλλὰ σάββατα σαββάτων ὀνομάζει. Εἰ δὲ ταύτην σάββατον ὀνομάζει, ἐν δὲ σαββάτῳ ἐργάζεσθαι κελεύει. Οὐκ ἄρα ἀργίας προηγουμένως ἐστὶ νόμος νόμος ἐστὶ τὸ σάββατον, ἀλλὰ γνώσεως καὶ ἐξιλασμοῦ καὶ ἀργίας ἀπὸ κακίας πάσης.
Chapter 4
Οὐ διὰ τὴν ἀργίαν οὖν τὸ σάββατον δέδωκεν, ἀλλὰ πρὸς τὸ γινώσκειν αὐτοὺς τὴν κατάπαυσιν τῆς κτίσεως. Ἐνετείλατο γὰρ ὁ θεὸς λέγων, ἵνα γινώσκητε, ὅτι ἐν ταύτῃ τῇ ἡμέρᾳ κατέπαυσε κύριος ὁ θεὸς ἡμῶν ἀπὸ τῶν ἔργων, ὧν ἤρξατο ποιῆσαι. Ἤθελε δὲ αὐτοὺς γινώσκοντας τὸ τέλος ταύτης ἀρχὴν ζητεῖν ἑτέρας. Τέλος μὲν οὖν τῆς προτέρας κτίσεως ἦν τὸ σάββατον, ἀρχὴ δὲ τῆς δευτέρας ἡ κυριακή, ἐν ᾗ τὴν παλαιὰν ἀνενεώσατο καὶ ἀνεκαίνισεν.
Ὥσπερ οὖν ἐνετείλατο φυλάττειν πρότερον τοῦ σαββάτου τὴν ἡμέραν, μνήμην οὖσαν οὖσαν μνήμην τοῦ τέλους τῶν προτέρων, οὕτως τὴν κυριακὴν τιμῶμεν, μνήμην οὖσαν ἀρχῆς δευτέρας ἀνακτίσεως. Οὐ γὰρ ἄλλην ἐπέκτισεν, ἀλλὰ τὴν παλαιὰν ἀνεκαίνισε, καὶ ἣν ἤρξατο ποιεῖν ἐτελείωσε. Διὰ τοῦτο ἐν μὲν τῇ ἕκτῃ τὰ γενόμενα συνετελὲσθη καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ κατέπαυσεν ἀπὸ πάντων, ἐν δὲ τῷ εὐαγγελίῳ ἐλθὼν ὁ λόγος φησίν· Ἦλθον τελειῶσαι τὸ ἔργον. Ὁ γὰρ ἀπὸ πάντων καταπαύων, σημαίνει τινὰ δεῖσθαι τέλους, ἅπερ ἐλθὼν ἐπετελείωσε. Φησὶ γὰρ ἐν τῷ κατὰ Ἰωάννην· Τὰ ἔργα ἃ δέδωκέ μοι ὁ πατὴρ, ἵνα τελειώσω αὐτά, αὐτὰ τὰ ἔργα, ἃ ποιῶ, μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ. Ἀτελὲς μὲν γὰρ ἦν τὸ ἔργον, εἰ , ἁμαρτήσαντος τοῦ Ἀδάμ, ἀπέθνησκεν ὁ ἄνθρωπος· τέλειον δὲ γέγονε, ζωοποιηθέντος αὐτοῦ.
Διὰ τοῦτο, τὴν ἐν ἓξ ἡμέραις κτίσιν ἀνακαινίσας, ἡμέραν τίθησι τῇ ἀνακαινίσει, ἣν διὰ τοῦ ψαλμοῦ προαναφωνεῖ λέγον λέγων τὸ πνεῦμα· Αὕτη ἡ ἡμέρα, ἣν ἐποίησεν ὁ κύριος. Ἀνθ’ ἡλίου γὰρ θεὸς ἀνατέλλει καταυγάζων τῇ ἑκάστου ψυχῇ. Διὰ τοῦτο καὶ ἐν αὐτῷ τῷ σωτηρίῳ πάθει οὐκ ἔφανεν ὁ ἥλιος σημαίνων τέλος μὲν τῆς προτέρας κτίσεως, ἀρχὴν δὲ ἑτέρας, τὴν ἐκ τοῦ σωτῆρος πατρὸς ἀνατέλλουσαν. Ἣν ἑωρακὼς ὁ προφήτης φησίν· Ἰδοὺ ἀνήρ, ἀνατολὴ ὄνομα αὐτῷ αὐτοῦ , καὶ πάλιν· Ὑμῖν δὲ τοῖς φοβουμένοις αὐτὸν ἀνατελεῖ ἥλιος δικαιοσύνης. Οὐ γὰρ πάντων ἡμέρα αὕτη, ἀλλὰ τῶν ἀποθανόντων τῇ ἁμαρτίᾳ, ζώντων δὲ τῷ κυρίῳ .
Chapter 5
Διὰ τοῦτο γὰρ καὶ τῇ ὀγδόῃ ἡμέρᾳ περιτέμνεσθαι ἐκέλευσεν ὁ νόμος, καὶ ἀπαράβατος ἦν ἡ ἐντολή, σημαίνουσα τὴν μετὰ τὴν ἑβδόμην ἀναγέννησιν πάντων. Ἡ γὰρ περιτομὴ οὐδὲν ἄλλο ἐδήλου ἢ τὴν τῆς γενέσεως ἀπέκδυσιν. Τὸν γὰρ τῇ ἕκτῃ ἀποθανόντα ἀπεκδιδυσκόμεθα καὶ ἀνακαινούμεθα τῇ κυριακῇ, ὅτε ὁ παλαιός, ἀπεκδυθείς, ἀνεγεννήθη ἀνεγεννήθη ἀνεγεννήθει τῇ ἀναστάσει. Τοῦτο γὰρ καὶ ὁ Παῦλός φησιν ἐν τῇ πρὸς Κολοσσαεῖς· Ἐν ᾧ καὶ περιετμήθητε περιτομῇ ἀχειροποιήτῳ, ἐν τῇ ἀπεκδύσει τοῦ σώματος τῆς σαρκός, ἐν τῇ περιτομῇ τοῦ Χριστοῦ. Συνταφέντες αὐτῷ ἐν τῷ βαπτίσματι εἰς τὸν ᾅδην, ἐν ᾧ καὶ συνηγέρθητε. Τῆς γὰρ διὰ τοῦ βαπτίσματος ἀπεκδύσεως τύπος ἦν ἡ περιτομή, ἣν ἐν ἐκείνοις τοῖς μέλεσιν ἐνετείλατο γίνεσθα ἐνετείλατο γίνεσθαι ἐν ἐκείνοις τοῖς μέλεσιν , δι’ ὧν καὶ γεννᾶται τὸ σῶμα, ἵν’ εἰδεῖεν εἰδοῖεν οἱ περιτεμνόμενοι, ὅτι ἀπεκδύσεως παλαιότητός ἐστι σημεῖον. Πιστεύσας γὰρ Ἀβραὰμ ἔλαβε τὴν περιτομὴν σημεῖον οὖσαν τῆς διὰ τοῦ βαπτίσματος ἀναγεννήσεως.
Διὰ τοῦτο ἐλθόντος τοῦ σημαινομένου, πέπαυται τὸ σημεῖον. Ἡ μὲν γὰρ περιτομὴ σημεῖον ἦν, τὸ δέ γε λουτρὸν τῆς παλιγγενεσίας τὸ σημαινόμενον. Ὅλου γὰρ τοῦ παλαιοῦ ἀπεκδιδυσκομένου, περιττὴ ἡ διὰ τοῦ μέρους σημασία. Καὶ ὥσπερ ἡ κυριακὴ ἀρχὴ κτίσεώς ἐστι, καὶ παύει τὸ σάββατον, οὕτως ἡ αὐτὴ ἀναγεννήσασα τὸν ἄνθρωπον ἔπαυσε τὴν περιτομήν. Ἀμφότερα γὰρ ἐν τῇ ὀγδόῃ κατώρθωται, καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς κτίσεως καὶ ἡ ἀναγέννησις τοῦ ἀνθρώπου. Διὰ τοῦτο ἡ ὀγδόη τὸ σάββατον ἔλυσε καὶ οὐ τὸ σάββατον τὴν ὀγδόην. Ἐν μὲν γὰρ σαββάτῳ περιετέμνετο ὁ ὁ ὁ ἄνθρωπος, ἐν δὲ τῷ σαββάτῳ οὐκ ἤργει ἤρκει ἡ περιτομή. Ἡ γὰρ ὀγδόη, ἀρχὴ οὖσα τῆς ἀνακτίσεως, κατέπαυε κατέπαυσε τὴν πρώτην.
Chapter 6
Ἡγοῦμαι δὲ καὶ διὰ τοῦτο τὴν περιτομὴν δεδόσθαι· Τοῦ γὰρ Ἀδὰμ ἀκούσαντος· Γῆ εἶ, καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ, ἔθνησκε, καὶ διεφθείρετο τὸ σῶμα· Ὅθεν μέρος τι τοῦ σώματος καὶ τοῦτο τούτου τὸ αἴτιον τῆς τοῦ σώματος γενέσεως προσετάχθησαν ἐκτιννύειν, προδιδασκόμενοι τὴν τοῦ ὅλου ἀπέκδυσιν, ἵν’, ὥσπερ ἀποδιδόντες τὸ κατακριθέν, διασωθῆναι δυνηθῶσι. Καὶ ὥσπερ αἱ θυσίαι σκιαὶ ἦσαν τῶν μελλόντων, οὕτως καὶ ἡ ἐκ μέρους περιτομὴ τοῦ ὅλου ἦν σκιά.
Τοῦτο δὲ καὶ ἐν τῷ Ἰησοῦ τῷ τοῦ Ναυῆ φανερῶς ὁ λόγος σημαίνει· Τοῦ γὰρ Ἰησοῦ κατὰ πρόσταξιν τοῦ θεοῦ περιτέμνοντος τὸν λαὸν ἐν Γαλγάλοις πέραν τοῦ Ἰορδάνου, εἶπε ὁ κύριος τῷ Ἰησοῦ υἱῷ Ναυῆ· Ἐν τῇ σήμερον ἡμέρᾳ ἀφεῖλον τὸν ὀνειδισμὸν Αἰγύπτου ἀφ’ ὑμῶν . Καὶ ἐκάλεσε, φησίν, τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου Γάλγαλα. Εἰ γὰρ ἡ περιτομὴ ἀφαίρεσίς ἐστι τῆς ἐν Αἰγύπτῳ γενέσεως, δηλονότι ἡ ἀκροβυστία Αἰγυπτιακῆς σχέσεως καὶ γενέσεως γνώρισμά ἐστι. Τοῦτο δὲ ἀφεῖλεν ὁ θεὸς, ἵνα μηκέτι ὡς ἐν Αἰγύπτῳ γεννηθέντες ὦσιν, ἀλλὰ τῆς ἐπαγγελίας, εἰς ἣν εἰσῆξεν αὐτοὺς ὁ κύριος, τέκνα λογίζωνται.
Τούτων δὲ οὕτως ὄντων, φαίνεται καθόλου ἡ περιτομὴ δοθεῖσα, ἵν’ ἀφαιρεθῇ ὁ ὀνειδισμὸς τῆς γηΐνης γενέσεως ἀπὸ τῶν Ἀβραμιαίων καὶ μηκέτι ὑπεύθυνοι ὦμεν τῷ τὸ Γῆ εἶ, καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ. Ἀφῃρέθη γὰρ ὁ ὀνειδισμὸς τοῦ παραπτώματος.
Τοῦτο δὲ ἐγίνετο τότε εἰς τύπον τοῦ διὰ τοῦ Χριστοῦ βαπτίσματος. Τότε γὰρ ἐκ μέρους ἐγίνετο, ὡς ἐν σκιᾷ. Νῦν δέ, ὥσπερ εἶπεν ὁ Ἀπόστολος, ὅλην τὴν γηΐνην γένεσιν ἀπεκδιδυσκόμεθα. Διὰ τοῦ λουτροῦ ἀναγεννώμενοι, ἵνα μηκέτι κατὰ τὴν πρώτην γένεσιν ἀποθνήσκωμεν, ἀλλὰ κατὰ τὴν περιτομὴν τῆς ἀπεκδύσεως τοῦ σώματος, ἣν διὰ τοῦ λουτροῦ ἀπεκδιδυσκόμεθα, ζήσωμεν. Ὥσπερ δὲ εἶπεν ὁ κύριος τῷ Ἰησοῦ· Ἀφεῖλον τὸν ὀνειδισμὸν Αἰγύπτου ἐν τῇ σήμερον ἡμέρᾳ ἀφ’ ὑμῶν, οὕτως πολλῷ πλέον λεχθείη ἂν ἑκάστῳ τῶν νῦν βαπτιζομένων· Ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ ἀφεῖλον τὸν ὀνειδισμὸν τῆς γηΐνης γενέσεως καὶ τὸν ὀνειδισμὸν τῆς τοῦ θανάτου φθορᾶς ἀπὸ σοῦ, ἐν τῇ σήμερον ἡμέρᾳ.