Etymologicum genuinum
- Edition reference
- Etymologicum genuinum (α–ἁμωσγέπως), ed. F. Lasserre and N. Livadaras, Etymologicum magnum genuinum. Symeonis etymologicum una cum magna grammatica. Etymologicum magnum auctum, vol. 1, Rome: Ateneo, 1976: 2, 4–5, 7–8, 11–12, 14–32, 34–35, 37–38, 40, 42, 44, 46, 48, 50, 52–54, 56–58, 60–64, 66–70, 72–86, 90–94, 96– 118, 120, 122, 124–128, 130–136, 138–140, 142–144, 146, 148, 150–162, 164–170, 414–420, 422–428, 430–446, 448–458, 460, 462–463.
- CTS identifier
urn:cts:greekLit:tlg4097.tlg001.local001- Rights
- Document TEI P5 local en UTF-8.
- Corpus release
- 2.2.0 · 2026-08-29
- Bibliographic authority
- View bibliographic record ↗
alpha
ante 1
{ETYMOLOGICUM MAGNUM GENUINUM}
〈α: Sym. Z133, EM 1.〉
〈<Ἀάλιον>: Sym. Z2.〉
〈<Ἀασάμην> (Ι 116 ...): Sym. 1, EM 3. *Orio.〉
〈<Ἀάσχετον> (Ε 892): Sym. 2, EM 4. *Orio.〉
〈<Ἀάπτους> (Α 567): Sym. 3, EM 5, Eust. 150, 19.
*Orio.〉
〈<Ἄασας> (θ 237): Sym. 4, EM 3, Eust. 710, 40.〉
〈<Ἄατος> (χ 5): Sym. 5, EM 2. Method. + *Orio.〉
〈<Ἄβαξ> (Cratin. fr. 86?): Sym. 6, EM 7, Et. Gud. (c)
α 27, Eust. 1397, 49. Orio 18, 17.〉
〈<Ἀβάκησαν> (δ 249): Sym. 7, EM 9, Eust. 1494, 59.
*Orio.〉
〈<Ἀβαρνίδα> (Ap. Rh. 1, 932): Magn. Gramm. 10,
EM 8. Orus.〉
〈<Ἀβληχρόν> (θ 178): Sym. 8, EM 15. Orio 7, 3 + Lex.
rhet.〉
〈†<Ἀβδία> καὶ <Ἄβδηρα>: Sym. 9, EM 10. Orus?〉
〈<Ἄβυσσος> (Ps. 35, 7): Sym. 10, EM 29. Choerob.
epim. ps. 140, 25.〉
〈<Ἀβέλτερος>: Sym. 11, EM 11, Et. Gud. (c) α 31,
Lex. rhet.〉
〈<Ἀβλεμέως> (Panyass. fr. 13, 8 Kinkel): Sym. 12,
EM. 14 Et. Gud. (c) α 32. Orio 14, 21.〉
〈†<Ἀββάλλου>: Sym. 13.〉
〈<Ἀβλῆτα> (Δ 117): Sym. 14, EM 16. Choerob. in
Theod. I 159, 20.〉
1
<Ἄβρα> (Men. fr. 453, 371, 58)· οὔτε ἡ ἁπλῶς θεράπαι-
να, οὔτε ἡ εὔμορφος λέγεται, ἀλλ' ἡ οἰκότριψ καὶ παρὰ χεῖρα θερά-
παι[να] B, Sym. 15, EM 24. Lex. rhet.
2
<Ἀβυρτάκη> (Theopomp. com. fr. 17)· βαρβαρικόν τι
ἔδεσμα ἐκ δριμέων κατασκευαζόμενον καρδάμων καὶ σκορόδων καὶ
σινάπεως B, Sym. 16, EM 30. Lex. rhet.
3
<Ἄβολος> (Soph. fr. 408)· ὁ μηδέπω ἐκβεβληκὼς τοὺς
ὀδόντας πῶλος. καὶ γνώμων ὁ ὀδ[ούς, ὅτι ἀπὸ] τούτου ἡ ἡλικία
γνωρίζεται τῶν πώλων τε καὶ μόσχων· τριάκοντα γὰρ μηνῶν γενό-
μενοι ἐκβάλλουσι τοὺς πρώτους ὀδόντας, εἶτα ἐνιαυτοῦ παρελθόντος
τοὺς δευτέρους, καὶ μετ' ἄλλον ἐνιαυτὸν τέλειοί εἰσιν οἱ τεττάρων
ἡμίσεων ἐτῶν. ἀφ' οὗ καὶ λειπογνώμονες καλοῦνται οἱ μηκέτι διὰ
τῶν ὀδόντων γνωσθῆναι δυνάμενοι B, Sym. 17, EM 20. Lex. rhet.
4
<Ἁβροείμονες> (com. adesp. 1275)· λαμπροφόροι, ἁπα-
λοφόροι· ἁβρὸν γὰρ τὸ λαμπρὸν καὶ κοῦφον καὶ τρυφερόν· ἁβρὸς
οὖν ὁ ἁπαλός· παρὰ τὸ ἅπτω, ὁ εὐαφής. ἢ κατὰ στέρησιν τοῦ βάρους
B, Sym. 18, EM 23, Et. Gud. (c) α 35. *Lex. rhet.
〈<Ἀβολήτωρ> (Antim. fr. 76 Wyss): Sym. 19, EM 21.
*Orio.〉
5
<Ἀβρότων>· κοχλίου εἶδος· οἱ δὲ ἀκρίδων, αἵτινες πολλαὶ
γενόμεναι τοὺς καρποὺς διαφθείρουσιν· οἱ δὲ μελιττῶν. οἱ δὲ ἀπρότων
φασίν, ὅ ἐστιν ἀντὶ τοῦ λῃστῶν B, Sym. 20, EM 25. *Lex. rhet.
6
<Ἀβίων> (Ν 6)· ἤτοι βιοῖς μὴ χρωμένων, ὅ ἐστι τόξοις.
ἢ βίοις, ὅ ἐστι νόμοις καὶ πολιτείαις. 〈ἢ〉 μετὰ τοῦ ἐπιτατικοῦ α̅,
ἵν' ᾖ πολυβίων B, Sym. 21, EM 13. *Comm. Hom.
〈<Ἄβρομοι> (Ν 41): Sym. 22, EM 28. *Comm. Hom.〉
〈<Ἀβρότη> (Ξ 78): Sym. 23, EM 26, Et. Gud. (c) α 37,
eust. 968, 44. *Comm. Hom.〉
〈<Ἁβρός> (Anacr. fr. 141 Gentili): Sym. 24, EM 22,
Et. Gud. (c) α 36. Orio 3, 11 + Et. Parv.〉
〈<Ἀβροτάξομεν> (Κ 65): Sym. 25, EM 27, Et. Gud.
(c) α 40. Orio 13, 9.〉
〈<Ἀγαθός>: Sym. 26, EM 41 + 39. Orio 1, 1 + 29, 1.〉
7
<Ἀγοράζω> (Or. inc.)· †πολὺ μὲν παρ' αὐτοῖς ἐπὶ τοῦ ἐν
ἀγορᾷ διατρίβειν. εἴρηται δὲ καὶ ἐπὶ τοῦ ἀγοράζειν B, Sym. 27,
EM 164. Lex. rhet.
8
<Ἄγαμαι>· ἄγαμαι αὐτοῦ. καὶ τοῦτο μᾶλλον οὕτω συντάσ-
σουσι καὶ τὸ θαυμάζειν πολλάκις B, Sym. 28. *Lex. rhet.
〈<Ἀγαίεται> (Hes. op. 333): Sym. 29, EM 40. Schol.
Hes. op.〉
9
<Ἄγγαροι> (Theopomp. FGH 115 f 109) οἱ ἐκ δια-
δοχῆς γραμματηφόροι. οἱ δὲ αὐτοὶ καὶ ἀστάνδαι. λέγεται δὲ καὶ ἀγ-
γαροφορεῖν (cf. Men. fr. 353) ἐπὶ † τὸ φορτία φέρειν κατὰ διαδοχήν
B, Sym. 30, EM 65. Lex. rhet.
〈<Ἀγγριάς>: EM 66. Orio.〉
10
†<Ἀγκαλιαγωγοί>· οἱ ἀγκαλίδας ἄγοντες ἐν πλοίοις.
ἢ ἐπὶ θρεμμάτων. ἀγκαλιδοφόροι δὲ αὐτοὶ οἱ φέροντες· ἀγκαλιδοπῶ-
λαι δὲ οἱ πιπράσκοντες B, Sym. 31, EM 137. Lex. rhet.
〈<Ἄγαλμα> (Δ 144): Sym. 32, EM 49 + 50. epim.
alph. 336, 30.〉
〈<Ἀγάλακτες> (Call. Hy. 2, 52): Sym. 33, EM 51,
Et. Gud. (c) α 89. Orio〉
〈<Ἀγαθίς> (com. adesp. 827): Sym. c 31. Lex. rhet.〉 ?
11
<Ἄγλιθες> (Nic. ther. 874)· ἐξ ὧν ἡ κεφαλὴ τοῦ σκορόδου
σύγκειται B, Sym. 34, EM 136a.
〈<Ἀγαμέμνων> (Α 102): Sym. 35, EM 52b. Et. Gud.
(ζ) α 79.〉
12
<Ἀγανοῖς> (Β 180)· προσηνέσι, πραέσιν. ἀπὸ τοῦ ἀγάζω,
τὸ θαυμάζω, γίνεται ἀγανός, ὅπερ ἀπὸ τοῦ ἄγαν γίνεται καὶ τοῦ
αἰνεῖσθαι B, Sym. 36, EM 53.
13
<Ἀγαπήνωρ> (Θ 114 ...)· ὁ γενναῖος [καὶ] ἀνδρεῖος, ὁ ἀγα-
πῶν τὴν ἠνορέην, ὅ ἐστι τὴν ἀνδρείαν. [ἔστι καὶ ὁ ἀγαπώμενος ὑπὸ
τῶν ἀνθρώπων ?] B, Sym. 37, EM 56.
14
<Ἀγάπη>· παρὰ τὸ ἄγαν ποιότητα ἔχειν. [......................]
B, Sym. 38, EM 54 pars altera.
15
<Ἀγασάμενοι> (Η 41 ...)· θαυμάσαντες. (Γ 224)
[οὐ τό]τε γ' Ὀδυσσῆος ἀγασσάμεθ' εἶδος ἰδόντες.
ἀγῶ ἀγάζω. οὕτως Ὠρίων (612, 1 Werfer) B, Sym. 39, Et. Gud.
(c) α 99. Orio l. c.
16
<Ἀγαστόρων> (Lycophr. 264)· τῶν ὁμογάστρων, τῶν
ἀδελφῶν. Λυκόφρων (l. c.)·
τῶν φιλτάτων σου τῶν ἀγαστόρων τρόφιν,
σημαίνει δὲ τὸν τρόφον καὶ κλίνεται τρόφις τρόφιος B, Sym. 40,
EM 57. Schol. Lycophr.
17
<Ἀαγές> (λ 575)· ἄθραυστον· ἀπὸ τοῦ ἄγω, τὸ κλάνω,
ἀγής, καὶ μετὰ τοῦ ἐπιτατικοῦ α̅ ἀαγής· καὶ τὸ οὐδέτερον τὸ ἀαγές
B, Sym. 41, EM 101b.
18
<Ἀγαυός> (G 268 ...)· ἐκ τοῦ ἀγῶ, τὸ θαυμάζω, γίνεται
ἄγημι ἄγαμαι † ἄγασται ἀγαός, καὶ πλεονασμῷ τοῦ υ̅ Αἰολικῶς
ἀγαυός, ὡς ναός ναυός. ἢ ἀπὸ τοῦ γαίω, τὸ γαυριῶ, γίνεται γαῖος,
καὶ τροπῇ τοῦ ι̅ εἰς υ̅, ὡς δίφρος δύφρος, καὶ μετὰ τοῦ ἐπιτατικοῦ α̅
ἀγαυός B, Sym. 42, EM 58. Orio 3, 8.
19
<Ἀγαυρός> (Hes. th. 832)· παρὰ τὸ ἀπὸ γῆς αἴρεσθαι·
ἢ παρὰ τὸ γαίω, τὸ γαυριῶ· ἢ παρὰ τὸ ἄγη, ὃ σημαίνει τὴν ἔκπληξιν,
γίνεται ἀγηρός καὶ ἀγαυρός. σημαίνει δὲ καὶ τὸν ὑπερήφανον B,
Sym. 43, EM 59, Et. Gud. (c) α 102. Orio 14, 1.
20
<Ἀγαυρίαμα> (LXX Jerem. 31, 2 ...)· παρὰ τὸ γαίω, τὸ
γαυριῶ, γίνεται γαῖρος, καὶ τροπῇ [τοῦ ι̅] εἰς [υ̅], ὡς κλαίω κλαύσω,
καίω καύσω, καὶ ἐν ἐπιτάσει τοῦ α̅ ἀγαυρός. καὶ † γαυριᾶν, τὸ με-
γάλως γαυριᾶν καὶ ἐπαίρεσθαι. οὕτως Μεθόδιος B, Sym. 44, EM
60, Et. Gud. (c) α 101. Methodius.
21
†<Ἀγαυγή> (Call. fr. 274)· οἷον (l. c.)·
Ἀπόλλωνος † ἀγαυγή·
παρὰ τὸ αὐγή B, Sym. 45, EM 61.
22
<Ἀγερσικύβη[λιν> (Cratin. fr. 62)· κύβηλις λέγεται ὁ
πέλεκυς ὁ μαντικός. οἱ δὲ τὸν ἐφ' ἑαυτῷ ἐγείροντα τὸν πέλεκυν]
B, Sym. 46, EM 84a. *Lex. rhet.
23
<Ἀγελαῖος> (Isocr. 12, 18)· ἰδιώτης, ῥεμβώδης· παρὰ τὸ
ἀγέλη, τὸ δὲ ἀγέλη ἀπὸ τοῦ ἄγω [...................] B, Sym. 47,
EM 80, Et. Gud. (c) α 116. Lex. rhet.
24
<Ἀγορὰ ἐφορία> (Dem. or. 23, 37)· ἡ πρὸς τοῖς κοινοῖς
[ὅροις] γινομένη τῶν ἀστυγειτόνων· οὗ οἱ ὅμοροι ⟦ὅπου⟧ συνι[όντες
περὶ τῶν] κοινῶν ἐβουλεύοντο B, Sym. 48, EM 168. *Lex. rhet.
25
<Ἀγγεῖλαι> (Ο 159)· κυρίως τὸ διὰ λόγων κελεύειν·
παρὰ τὸ λέγω ἀνλέγω [καὶ] καθ' ὑπερβιβασμὸν ἀγγέλω τροπῇ τοῦ
ν̅ εἰς τὸ γ̅ B, Sym. 49, EM 68. Orio 31, 9.
26
<Ἀγγεῖον>· ἀπὸ † τὸ δι' αὐτοῦ τι ἄγειν καὶ φέρειν. οὕτως
Ὠρίων (19, 12) B, Sym. 50, EM 67. Orio l. c.
27
<Ἀγγαροφορεῖν> (Men. fr. 353)· τὸ κατὰ διαδοχήν [τι]
πεμ[πό]μενον φορτίον B, Sym. 51. Lex. rhet.
28
<Ἄγγελος>· ὥσπερ ἀπὸ τοῦ εἴκω, τὸ ὁμοιῶ, γίνεται εἴκελος,
οὕτως καὶ παρὰ τὸ ἄγω γίνεται ἄγγελος πλεονασμῷ ἑτέρου γ̅. τὰ
γοῦν παρ' αὐτὸ συγκείμενα διὰ τοῦ ε̅ ψιλοῦ γράφονται, οἷον ἀρχάγ-
γελος B, Sym. 52, EM 77. Orio 611, 15 Werfer.
29
<Ἀγγελίην> (Λ 140)·
ἀγγελίην ἐλθόντα,
ἀντὶ τοῦ ἄγγελον. δύο δὲ σημαίνει ἡ λέξις παρὰ τῷ ποιητῇ, τὴν πρε-
σβείαν, ὡς ἐν τῷ (Ο 314)
ἀγγελίην ⟦ἐλθόντα⟧ εἴποιμι περίφρονι Πηνελοπείῃ,
καὶ τὸν ἄγγελον, ἤτοι πρέσβυν, ὡς ἐνταῦθα B, Sym. 53, EM 78.
*Orio.
30
<Ἀγερμός>· οὐκ ἀγυρμός. Πλάτων δὲ ἀγερμὸν εἴρηκεν τὸν
συναθροισμόν (Polit. 272c, legg. 845e) B, Sym. 54, EM 83. *Lex.
rhet.
31
<Ἀγελείη> (Δ 128)· ἡ Ἀθηνᾶ, ἡ ἄγουσα λείαν ἀπὸ τοῦ
πολέμου, ὅ ἐστιν ἡ λαφυραγωγός B, Sym. 55, EM 79; Eust. 818,
27. *Comm. Hom.?
〈<Ἀγγρίς>: Sym. c 53. *Lex. rhet.〉?
32
<Ἀγέρωχος>· ῥητορικὴ ἡ λέξις, σημαίνει δὲ τὸν αὐθάδη,
παρὰ τὸ ἄγαν αὐχεῖν. ἢ ὁ ἔντιμος καὶ ἀνδρεῖος παρὰ τὸ ἄγαν γερου-
χεῖν B, Sym. 56, EM 81. Orio 5, 16 + Lex. rhet.
33
<Ἀγησίλαος>· ἐπώνυμον τοῦ Ἅιδου· Καλλίμαχος (Hy.
5, 130)·
φοιτάσει μεγάλῳ † Ἀγεσιλάῳ.
εἴρηται παρὰ τὸ ἄγειν τοὺς λαούς· ἄρχων γὰρ [τῶν θανόντων].
οὕτως Μεθόδιος B, Sym. 57, EM 89. Methodius.
34
<Ἀγέραστος> (Α 119)· οἱ μὲν ἀπὸ τοῦ γέρας, οἱ δὲ ἀπὸ
τοῦ γεράζω γεράσω γεγέρακα γεγέρασμαι γεγέρασαι γεραστός καὶ
ἀγέραστος B, Sym. 58, EM 82. *Orio.
35
<Ἀγείρατον>· ἀγέρατον· γέρας ἡ τιμή· παρὰ τὸ γέρας
κατὰ πλεονασμὸν τοῦ ι̅ B, Sym. 59, EM 86. *Orio.
36
<Ἀγήραον> (ε 136 ...)· ἄφθαρτον, μὴ γηράσκοντα· παρὰ τὸ
γῆρας B, Sym. 60, EM 88. *Orio.
37
<Ἀγείρω>· τὸ γ̅ε̅ι̅ δίφθογγον· ἀγέρρω γὰρ λέγουσιν οἱ Αἰο-
λεῖς. ἢ ὅτι καὶ ἀγερῶ ὁ μέλλων ἐκ τοῦ ἄγω B, Sym. 61, EM
84b. Choerob. Orth. 175, 21.
38
<Ἄγη> (Φ 221)· σημαίνει τὸ ἐκπλήττομαι καὶ τὸ θαυμάζω·
γέγονε παρὰ τὸ ἄζω ἢ ἀγῶ, τὸ θαυμάζω· οἱ γὰρ ἐκπληττόμενοι εἴς
τι ὑπερέχον ἄγονται. ἔστι δὲ ἄκλιτον, ἐπειδὴ τὰ εἰς γ̅η̅ ἰαμβικὰ οὐ-
δέποτε ἀπὸ φωνήεντος ἄρχεται, οἷον στέγη ταγή φυγή. πρόσκειται
«ἰαμβικά» διὰ τὸ ἀγή, ὃ σημαίνει τὴν ἀπόκλασιν τοῦ κύματος·
τοῦτο γὰρ ἀπὸ φωνήεντος ἄρχεται, ἀλλ' οὐκ ἔστιν ἰαμβικὸν ἀλλὰ
σπονδειακόν, τὸ γὰρ α̅ μακρὸν ἔχει. ἐπεὶ οὖν τὸ ἄγη εἰς γ̅η̅ ἔστιν
ἰαμβικὸν καὶ ἀπὸ φωνήεντος ἄρχεται, εἰκότως ὡς μὴ ἔχον τι μιμή-
σασθαι ἄκλιτον ἔμεινεν B, Sym. 62, EM 90. Choerob. in Theod. I
308, 10.
39
<Ἀγειρέ⟦σ⟧θω> (Β 304)· ἐκ τοῦ ἀγείρω, τὸ συναθροίζω,
γίνεται ἀγειρέ⟦σ⟧θω καὶ οὐχὶ ἀγειρά⟦σ⟧θω, ἐπειδὴ τὰ εἰς ω̅ λήγοντα
ῥήματα βαρύτονα, εἰ μὲν μακρᾷ παραλήγονται, διὰ τοῦ α̅θ̅ω̅ ποιοῦσι
τὴν παραλήγουσαν, οἷον κίω κιάθω, εἴκω εἰκάθω, ἀμύ[νω] ἀμυ-
νάθω, εἴργω εἰργάθω, εἰ δὲ βραχείᾳ παραλήγονται, διὰ τοῦ ε̅θ̅ω̅
ποιοῦσι τὴν παραλήγουσαν, οἷον φλέγω φλεγέθω, νέμω νεμέθω,
ὅθεν τὸ ἀγειρέθω καὶ ἀείρω ἀειρέθω γενόμενον κατὰ παραγωγήν.
ἀγερέθω ἀπέβαλε τὸ ι̅ B, Sym. 63, EM 85.
40
<Ἀγήνωρ> (Β 276 ...)· ἐκ τοῦ ἄγαν καὶ τοῦ ἀνήρ γίνεται ἀγά-
νωρ καὶ τροπῇ τοῦ α̅ εἰς η̅ ἀγήνωρ· τὸ γὰρ ἀνήρ κατ' ἀρχὴν μὲν
[συντιθέμενον τρέπει τὸ α̅ εἰς η̅ καὶ τὸ η̅ εἰς ω̅], οἷον εὐήνωρ Ἀντή-
νωρ· τὸ δὲ † Νικάνωρ Νικήνωρ † κατὰ τροπὴν γέγονε Βοιωτικὴν
†τοῦ α̅ εἰς η̅† B, Sym. 64, EM 104a, Et. Gud. (c) α 140. Me-
thodius.
41
<Ἀγῆλαι> (Eur. Med. 1027)· τιμῆσαι θεόν, ἀγλαΐσαι. Εὔ-
πολις (fr. 119)·
καὶ προσαγήλωμ' ἐπελθόντας,
καὶ Ἀριστοφάνης (Pac. 396)·
καί σε θυσίαις προσόδοις τε μεγά-
λαις ἀγελοῦμεν
B, Sym. 65, EM 106. *Lex. rhet.
〈<Ἀγή> (Ap. Rh. 1, 554): Sym. 66, EM 101a. Methodius.〉
〈<Ἀγηλάτῳ> (Lycophr. 436): Sym. 67, EM 107. *Me-
thodius.〉
〈<Ἀγήνωρ> (Β 276 ...): Sym. 68, EM 104b. Methodius.〉
〈<Ἄγημα>: Sym. c 62. Lex. rhet.〉
〈<Ἀγητοί> (Ε 787): Sym. c 60, EM 108, Eust. 710, 7.
*Comm. Hom. ?〉
〈<Ἀγηνορίαις> (Ι 700): Sym. 69, EM 105. *Comm.
Hom.?〉
〈<Ἀγήοχα>: Sym. 70, EM 103. Zenob. p. 13, 14 la
roche.〉
〈<Ἀγηγέρατο> (Δ 211): Sym. 71, EM 102. *Zenob.〉
〈<Ἀγινῶ> (Ω 784): Sym. 72, EM 109.〉
〈<Ἅγιος>: EM 110. *Lex. rhet.〉
〈<Ἀγκάς> (Ε 371 ...): Sym. Z24, EM 125. *Comm. Hom.〉
〈<Ἀγκύλος>: Sym. 73, EM 129. Comm. Hom. + Lex.
αἱμ.〉
〈†<Ἀγκονίδες>: Sym. 74, EM 113. *Lex. rhet.?〉
〈<Ἀγκυλοχείλης> (τ 538): Sym. 75, EM 131, Eust.
1068, 47. *Comm. Hom.?〉
〈<Ἀγκοίνη> (Ξ 213): Sym. 76, EM 112. Orio 170, 18.〉
〈<Ἄγκιστρον> (δ 369): Sym. 77, EM 127a, Et. Gud.
α 1. *Orio.〉
〈<Ἀγκιστρούμενος> (Lycophr. 67 ἠγκιστρωμένη): EM
128. Schol. Lycophr.〉
〈<Ἀγραφίου> (Dem. or. 58, 51): Sym. 78, EM 171.
*Lex. rhet.〉
〈<Ἀγκυλομήτεω> (Β 205 ...): Sym. 79, EM 130.〉
〈<Ἀγμούς> (Nic. al. 391): Sym. 80, EM 139. *Schol.
Nic.〉
〈<Ἀγκών> (Chrysipp. fr. II 159 Arnim): Sym. 81, EM 111.
Orio 17, 8.〉
〈<Ἄγκη> (Σ 321 ...): Sym. 82, EM 126. Orio 19, 13.〉
〈<Ἀγλαά> (Α 23...): Sym. 83, EM 132. *Orio.〉
〈<Ἀγλαΐα>: Sym. 84, EM 133.〉
〈<Ἀγλευκής> (Epicharm. fr. 140 kaibel): Sym. 85,
EM 135. Glossa Anon. in Epim. Hom. 85, 20.〉
〈<Ἀγλαϊεῖσθαι> (Κ 331): Sym. 86, EM 133. *Comm.
Hom.〉
〈<Ἁγνός>: Sym. 87, EM 140. *Orio.〉
〈<Ἄγνος> (Nic. ther. 71): Sym. 88, EM 142. Orio.〉
〈<Ἀγνοῶ> (Α 537): Sym. 89, EM 143, Et. Gud. α 15.
Orio 25, 29.〉
〈<Ἄγνυμι> (Π 769): Sym. Z37, EM 144. *Comm. Hom.〉
〈<Ἀγνώς>: Sym. Z16, EM 141.〉
〈<Ἀγός> (Γ 231): EM 154. *Comm. Hom.?〉
〈<Ἀγορεύω>: Sym. 90, EM 162, Et. Gud. α 23. epim.
var. An. Ox. II 338, 15.〉
〈<Ἄγρει> (Ε 765): Sym. 91a, EM 172, Eust. 985, 13.
*Comm. Hom.〉
〈<Ἀγρεύς> (Ap. Rh. 2, 507): Sym. 91b, EM 173. *Schol.
Ap. Rh.〉
〈<Ἄγραυλοι> (κ 410): Sym. 92, EM 188, Et. Gud.
(c) α 199. *Comm. Hom.〉
〈<Ἀγρόμενοι> (Η 134 ...): Sym. 93, EM 176. Zenob.
p. 27, 8 La Roche.〉
〈<Ἀγοράασθαι> (Β 337): Sym. 94, EM 163. *Ze-
nob.?〉
〈<Ἄγον> (Β 834 ...): Sym. 95, EM 159. *Zenob.?〉
〈<Ἀγορήν> (Β 93 ...): Sym. 96, EM 161.〉
〈<Ἀγορανόμοι> (Arstt. resp. Ath. 51): Sym. 97, EM
167. Lex. rhet.〉
〈<Ἀγοστός> (Soran. fr. 3 Scheele): Sym. 98, EM 156,
Et. Gud. α 28. Orio 17, 6.〉
〈<Ἀγκών> (Soran. fr. 2 Scheele): Sym. 98, EM 156.
Orio 17, 8.〉
〈<Ἄγρα>: Sym. 99, EM 169. Lex. rhet.〉
〈<Ἀγρυπνία>: Sym. 100, EM 175. Orio 18, 20 (612, 25
werfer).〉
〈<Ἀγροτέρας ἐλάφους> (ζ 133): Sym. 101, EM
179, Et. Gud. α 34. *Orio.〉
〈<Ἀγροτέρη> (Φ 471): Sym. 102, EM 178. *Orio.〉
〈<Ἄγριος> (Δ 23 ...): Sym. 103, EM 174. *Orio.〉
〈<Ἀγρός> (Ψ 832?): Sym. 104, EM 177. Orio 14, 19.〉
〈<Ἄγριοι> (Aeschin. 1, 52): EM 183. *Lex. rhet.〉
〈<Ἀγρώσσω> (ε 53): Sym. 105, EM 194.〉
〈<Ἀγρωσταί> (Eur. Rh. 287): Sym. 105, EM 195.〉
〈<Ἀγχίσης>: Sym. 106, EM 206 + 203. Choerob.
orth. 170, 1.〉
〈<Ἀγύρτας> (Agath. hist. 4, 8, 2): Sym. 107, EM 199.
Lex. αἱμ.〉
〈<Ἀγρίφη>: Sym. c 92, EM 181.〉
42
<Ἀγρ[οιώτης> (Λ 549 ...)·...
ἀγροίτη]ς καὶ [κατ' ἐπένθεσιν ?....] B, Sym. 108, EM 180. Orio
30, 7.
〈An. Bekk. 332, 13 ἀ̅γ̅υ̅ι̅α̅ί̅ (Ε 642, Z 391)· ἄμφοδα,
ῥῦμαι· καὶ Ὅμηρος εὐρυάγυιαν λέγει τὴν πλατυάμφοδον, οἷον (Β 12, 29)·
νῦν γάρ κεν ἕλοις πόλιν εὐρυάγυιαν.
ἢ ἐπιμήκεις ὁδοί, παρὰ τὸ μὴ ἔχειν πως γυῖα καὶ μέλη καὶ κάμψεις,
τὰ δὲ ἄμφοδα ἔχουσιν ἑκατέρωθεν διεξόδους καὶ ταύτῃ διαφέρει.
ἢ παρὰ τὸ ἄγω, τὸ πορεύομαι (Ζ 252)·
Λαοδίκην ἐσάγουσα θυγατρῶν εἶδος ἀρίστην.
οὕτως Ὠρίων (cf. 22, 17); Eust. 166, 21 (?). Orio.〉
43
<Ἀγυιά> (Υ 254)· ἡ ὁδός· παρὰ τὸ ἄγω, τὸ πορεύομαι
B, Sym. 109, EM 197. Orio 22, 17.
44
<Ἄγυρις> (γ 31)· ἡ ἄθροισις· παρὰ τὸ ἀγείρω, ἐξ οὗ ἀγορά
γίνεται· ἀγορῶ ῥῆμα, ἐξ οὗ ὄνομα θηλυκὸν ἄγορις, καὶ τροπῇ τοῦ
ο̅ εἰς υ̅ ἄγυρις B, Sym. 110, EM 198, Et. Gud. α 38. Orio 27, 4.
45
[<Ἄγρωστις> (ζ 90)]· ἔστιν ἔδω, τὸ ἐσθίω, ὁ μέλλων
ἔσω, ὁ παρακείμενος ἦκα, ὁ παθητικὸς ἦσμαι. τὸ βʹ ἦσαι, [τὸ γʹ
ἦσται κ]αὶ ἐξ αὐτοῦ ἦστις. καὶ [ἐπειδὴ] τὰ ἀπὸ τοῦ παθητικοῦ παρα-
κειμένου γινόμενα ὀνόματα συνάρχεσθαι θέλουσι τοῖς ἰδίοις ἐνεστῶσι,
γίνεται ἔστις, 〈***〉 [καὶ] τροπῇ Δωρικῇ τῆς ο̅υ̅ διφθόγγου εἰς ω̅
[ἄγ]ρωστις B, Sym. 111, EM 196. *Orio.
46
<Ἄγχι>· σημαίνει τὸ πλησίον· παρὰ τὸ ἀγχοῦ ἀγχόθι ἄγχι
κατὰ συγκοπήν B, Sym. 112, EM 203. *Orio.
47
<Ἄγχειν> (Γ 371)· παρὰ τὸ ἄγω ἄγειν· τὸ τὸν φάρυγγα
συνάγειν B, Sym. 113, EM 209, Et. Gud. α 41. Orio 15, 3 (612, 2
werfer).
48
<Ἀγχλάσας> (Ap. Rh. 2, 585)· ἀναχαλά[σας, ἀνακουφί-
σας], ἀναβαστάσ[ας] B, Sym. 114, EM 211. *Schol. Ap. Rh.
49
<Ἀγχίμολον> (Δ 529 ...)· ἐγγύς, πλησίον· παρὰ τὸ ἄγχι
[καὶ τὸ μολῶ, τὸ παραγίνο]μαι B, Sym. 115, EM 207. *Comm.
Hom.
50
†<Ἀγχηστῖναι> (Ε 141)· ἀπὸ τοῦ ἄγχιστος ἀγχιστῖνος
καὶ ἀγχιστῖναι. τὸ [δὲ] ἄγχιστος [ἐστὶν] ὑπερθετ[ικόν]· γίνεται δὲ
[ἀπὸ τοῦ ἀγχοῦ ἀγχό]τερος ἀγχίων ἄγχιστος καὶ ἀγχιστί[νδην]
B, Sym. 116, EM 202. *Comm. Hom.
51
[<Ἄγχαυρον> (Ap. Rh. 4, 111)· τὸ καλούμενον] λυκό-
φως· [σημαίνει δὲ] τὴν ὀρθρι[νὴν τὴν πλ]ησίον τῆς αὔρας· [ἀγχίαυ-
ρος καὶ ἄγχαυρος· αὔρα δὲ ἡ ἡμέρα] B, Sym. 117, EM 201.
Schol. Ap. Rh.
52
[<Ἀγών>· οὐ]χ εὗρον αὐτοῦ ἐτυμολογίαν. [ἐγὼ δέ φημι·
παρὰ τὸ ἄγω γίνεται ἀγών,] ὁ φέρων πολλὴν [ὄχλησιν καὶ ἀδημο-
νίαν .................... (θ 260)·
.......] καλὸν δ' εὔρυνον ἀγῶνα
[................] τὸ ἄθροι[σμα ....................] B, Sym. 118, EM 224.
Comm. Hom. + Orus, Περὶ πολυσημ. λέξεων ?
53
[<Ἀγχώμαλα> (Agath. hist. 5, 1, 8)]· παρὰ μι[κρὸν ἴσα,
ἐγγὺς τοῦ ὁμαλοῦ· ἀπὸ τοῦ] ἄγχι, ὃ [σημαίνει] τὸ ἐγγύς, καὶ τὸ
ὁμαλ[όν γέγονεν] ἀγχώμαλος. τὰ [παρὰ τὸ ὁμαλό]ς συντ(εθέντα)
[διὰ] τοῦ [ω̅ μεγάλου γράφεται ...] B, Sym. 119, EM 210. Lex.
αἱμ.
54
[<Ἀγυιά> (Υ 254)· ...] καὶ ὀξυ(νόμενον) B, Sym. 120,
EM 197.
〈<Ἄγω>: EM 212. *Orus, Περὶ πολυσημ. λέξεων. ?〉
〈<Ἀγώμενος>: EM 222. *Schol. Hes. th.〉
55
[<Ἀγωνία> (Chrysipp. fr. III 408 Arnim)· ἐπὶ τοῦ εἰς ἀγῶ-
να] μέλλοντος [κατιέναι]· καταχρ[ηστικῶς δὲ] καὶ ἐπὶ τοῦ ἁπλῶς
φόβου B, Sym. 121, EM 223. Orio.
56
<Ἀγγελλόντων> (Θ 517)· ἀντὶ τοῦ ἀγγελλέτωσ[αν οἱ
Ἀτ]τικοί φασιν· οὗτοι [γὰρ] ἐπὶ τῶν προστακτικῶν τῶν ἀπὸ ὁριστι-
κῶν γινομένων, τῶν μὴ ἐχόντων τὸ μ̅ κλιτι[κόν, τὸ τρίτον πρόσωπον]
πληθυντικῶν ὁμοφώνως ποιοῦσι τῇ γενικῇ τῶν πληθυντικῶν τῶν
ἰδίων μετοχῶν· τύπτετε τυπτόντων ἀντὶ τοῦ τυπτέτωσαν. ἐπὶ [δὲ]
τῶν ἐχόντων τὸ μ̅ κλιτικὸν [τὸ τρίτον πρόσωπον] τῶν [πληθυντικῶν
ὁμοφώνως πο]ιοῦσι τῷ τρίτῳ τῶν δυϊκῶν· τύπτεσθε τυπτέσθων
ἀντὶ τοῦ τυπτέσθωσαν B, Sym. 122, EM 69. *Comm. Hom.
57
<Ἀδέκαστος>· δίκαιος· παρὰ τὸ [δέχω] δέδεγμαι δεκαστός
καὶ ἀδέκαστος, ὁ μὴ δεχόμενος πρόσωπον ἢ δῶρα B, Sym. 123,
EM 231.
58
<Ἀδελφός> (Soran. fr. 4 Scheele)· δελφὺς λέγεται ἡ μήτρα,
[καὶ μετὰ τοῦ α̅ τοῦ σημαίνοντος τὸ ὁ]μ[οῦ] γίνεται ἀδελφός, οἱονεὶ
ὁμόδελφύς τις ὤν, [ἐκ τῆς αὐτῆς δελφύος. καὶ] ἀ̅δ̅ε̅λ̅φ̅ί̅ζ̅ε̅ι̅ν̅
(Apollophan. com. fr. 4) τὸ ἀδελφὸν καλεῖν B, Sym. 124, EM
229. Orio 612, 23 Werfer + *Lex. rhet.
59
<Ἀδελφιδοῦς>· [ἰστέον, ὅτι τὰ εἰς δ̅ο̅υ̅ς̅ λήγοντα εἰς]
ο̅υ̅ ἔχει [τὴν] γενικήν, [οἷον] ὁ ἀδελφιδοῦς τοῦ ἀδελφιδοῦ, ὁ θυγα[τρι-
δοῦς τοῦ θυγατριδοῦ. γέγονε δὲ] ἀπὸ τοῦ ἀδελφιδέος καὶ θυγατρι-
δέος [κατὰ κρᾶσιν· οὐδέποτε γὰρ εὐθεῖα διαλύε]ται· τὸ γὰρ εἷς
ἕεις πλεονασμὸν ἔχει τὸ ε̅. πρὸς δὲ τοὺς λέγοντας [...] B Sym.
125, EM 230. Choerob. in Theod. I 241, 35; 242, 11.
60
[<Ἀδ]αξῆσαι>· [σημαίνει τὸ κνῆσαι] B, Sym. 126,
EM 227. *Lex. rhet.
〈<Ἀδαγμός> (Soph. Tr. 770)· Sym. c 101, EM 227.
*Lex. rhet.〉
61
<[Ἀδ]αήμων> (Ν 811 ...)· [ἄπειρος· ἀπὸ τοῦ δαίω, τὸ
μανθάνω,] δαῶ δαήσω δαήμων καὶ ἀδαήμων. ἀπὸ τοῦ δαίω δαῶ,
συστολῇ τοῦ ι̅ καὶ μετα[θέσει τοῦ τόνου] B, Sym. 127, EM 226.
62
<Ἀδδεές> (Θ 423 ...)· ἄφοβε· ἀπὸ τοῦ δέος, ὃ σημαίνει τὸν
φ[όβον, γίνεται] δεής καὶ ἀδεής, καὶ τὸ θη[λυκὸν ἀδεής] καὶ τὸ
οὐδέτερον ἀδεές, πλεονασμῷ ἑτέρου δ̅ ἀδδεές B, Sym. 128, EM
228.
63
<Ἀδευκής> (δ 489)· ὁ ἀπροσδόκητος, [ἀν]είκαστος, ἄγνω-
στος· παρὰ τὸ δείκω, τὸ δεικνύω, δεικής καὶ ἀδεικής, καὶ τροπῇ
τοῦ ι̅ εἰς υ̅ ἀδευκής B, Sym. 129, EM 232, Et. Gud. α 51. Orio
24, 20.
64
<Ἀδήριτος> (Ρ 42)· ἔστι δῆρις δηρίω, ὡς κόνις κονίω
[καὶ μῆτις] μητίω· τούτου τοῦ δηρίω ὁ παθητικὸς παρακείμενος
δεδήριμαι, τὸ γʹ δεδήριται, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἀδήριτος. τὰ διὰ τοῦ ι̅τ̅ο̅ς̅
ἀποστρέφονται τὴν ε̅ι̅· ἄτιτος ἀκόνιτος [Μού]νιτος ὄνομα Ἑρμαφρό-
διτος Θεοδώρητος λίητος ἐπίκτητος σῖτος μίτος λῖτος, χωρὶς εἰ μὴ
ὦσι σύνθετα παρὰ τὸ κ̅λ̅ε̅ι̅τ̅ο̅ς̅ διὰ τὸ Ἡράκλειτος πολύκλειτος. περὶ
γὰρ τοῦ Ῥῖτος (Ῥῖτοι δ' εἰσὶ ποταμοὶ δύο) διάφοροι δόξαι γεγόνασιν·
ὁ μὲν Ἡρωδιανὸς (II 577, 34) βαρύνει αὐτὸ καὶ διὰ τοῦ ι̅ γράφει
ὁμοίως † τὸ σῖτος, ὁ δ' Ὦρος ὀξύνει καὶ διὰ τῆς ε̅ι̅ διφθόγγου γράφει
ὁμοίως † τὸ κλειτός καὶ σειστός· σημαίνει δὲ τὸ σειόμενον, ἀλλ' οὐκ
ἔστι διὰ τοῦ [ι̅τ̅ο̅ς̅] B, Sym. 130, EM 257, Et. Gud. α 53. Choe-
rob. Orth. 170, 4.
65
<Ἀδευκέος> (Ap. Rh. 1, 1037)· ἀπεοικυίας ἢ πικρᾶς· δεῦ-
κος γὰρ τὸ γλυκύ, ὅθεν καὶ Πολυδεύκης ἐκλήθη B, Sym. 131,
EM 233. Schol. ap. Rh.
66
<Ἀδέψητον (υ 2)>· [σημαίνει ὠμόν], ἀνέργαστον· δεψῶ
δεψήσω δεδέψηκα· ἀπὸ τοῦ ἕψω δὲ γίνεται B, Sym. 132, EM
234, Eust. 1880, 29.
67
<Ἀδηφάγος>· παρὰ τὸ ἄδην, τὸ δαψι[λῶς], καὶ † τοῦ φήγω
ἀδηφάγος B, Sym. 133, EM 252, Et. Gud. α 55. Epim. var.
ao II 338, 17.
68
<Ἁδεῖν (Γ 173)>· τὸ ἀρέσαι· ἀπὸ τοῦ ἀδῶ, τὸ ἀρέσκω.
ἢ ἥδω ἥσω ἄδον ὁ βʹ [ἀόριστος], ἐξ οὗ τὸ (Μ 80)
ἅδε δ' Ἕκτορι,
ὁ βʹ μέλλων ἁδῶ ἁδεῖς ἁδεῖ καὶ τὸ ἀπαρέμφατον ἁδεῖν B, Sym.
134, EM 235, Et. Gud. α 49. *Comm. Hom.
69
<Ἄδην> (Ε 203 ...)· τὸ κεκορεσμένως. ἔστιν ἑῶ, τὸ δηλοῦν
τὸ κορεννύω, οἷον (Τ 402)·
ἐπεὶ χ' ἑῶμεν πολέμοιο·
ἐξ οὗ παράγωγον ἕδω, καὶ ἄδην ἐξ αὐτοῦ. δηλοῖ δὲ καὶ τὴν ἡδονήν,
οἷον (ι 353)·
ἥσατο δ' αἰνῶς.
λαμβάνεται δὲ καὶ τὸ τερφθῆναι ἐπὶ τοῦ κορεσθῆναι, οἷον (ζ 99)·
αὐτὰρ ἐπεὶ σίτοιο τάρφθεν.
ἢ ἀπὸ τοῦ † ἄσω ὦ ᾆς ᾆ, τὸ δηλοῦν τὸ αὐτό, οἷον (Λ 818)·
ἄσει ἐν Τροίῃ ταχέας κύνας,
γίνεται ῥηματικὸν ὄνομα ἦδος καὶ ἄδος, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἄδην B, Sym.
135, EM 236, Et. Gud. (c) α 241. Orio 25, 20.
70
<Ἀδικίου> (Arstt. resp. Ath. 54, 2)· ὄνομα δίκης κατὰ τῶν
⟦ἀδικούντων ἢ⟧ ὁπωσοῦν ἀδικούντων. τῆς δὲ δίκης τὸ τίμημα ἀργύ-
ριόν ἐστιν ἀποτινύμενον ἁπλοῦν B, Sym. 136, EM 260. *Lex. rhet.
71
<Ἀδηκότες> (Κ 98 ...)· κεκμηκότες, δαμασθέντες, ἀδημο-
νοῦντες, τουτέστιν ὑπὸ κόπου ἀηδῶς διακείμενοι· ἀηδῶ † οὖν ἀηδήσω
B, Sym. 137a, EM 254. *Comm. Hom.
〈<Ἅιδης>· Sym. 137b, EM 253, Et. Gud. (c) α 226. Orio
26, 25 (?).〉
72
<Ἄδδιξ> (Aristoph. fr. 709)· μέτρον τι οἶμαι τετραχοίνικον
B, Sym. 138, EM 259. Lex. rhet.
73
<Ἀδινάων> (Β 87 ...)· παρὰ τὸ ἄδην, τὸ σημαῖνον τὸ πλῆ-
ρες, γέγονεν ἀδινός, τὸ θηλυκὸν ἀδινή καὶ ἀδινῶν ἀδινάων. τὸ δ̅ι̅ ι̅·
τὰ εἰς ν̅ο̅ς̅ ὀξύτονα ἀπὸ ἐπ[ιρρήματος γινόμενα διὰ τοῦ ι̅] γράφονται,
οἷον πύκα πυκινός, ἄδην ἀδινός B, Sym. 139, EM 256b. Epim.
Hom.
74
<Ἀδίοπον> (Aesch. fr. 256)· τὸ ἄναρ[χον] καὶ ἀφύλα-
κτον B, Sym. 140, EM 258. Lex. rhet.
75
<Ἀδινώτερος>· παρὰ τὸ ἄδην ἐπίρρημα γίνεται ἀδινός,
τὸ συγκριτικὸν ἀδινώτερος καὶ τὸ οὐδέτερον (π 216)
ἀδινώτερον·
σημαίνει [δὲ τὸ ἄδην τὸ] ἀδιαλείπτως B, Sym. 141, EM 256a,
256b.
76
<Ἀδινῷ> (Ap. Rh. 3, 1104)· †ἀδιαλείπτως· παρὰ [τὸ ἄδην
ἐπίρρημα] B, Sym. 142, EM 256b.
77
<[Ἀδ]μολίη> (Call. fr. 717)· ἡ ἄγνοια· εἴρηται παρὰ τὸ
εἴδω, τὸ γινώσκω· ἴδμων ἴδμονος ἰδμονία [καὶ ἀϊδμο]νία, καὶ συγ-
κοπῇ καὶ τροπῇ ἀδμολίη B, Sym. 143, EM 261.
78
<Ἀδμήτην> (Κ 293)· ἀδάμαστον· παρὰ τὸ δμῶ, τοῦ[το]
παρὰ τὸ δαμῶ, τὸ δαμάζω, ὁ μέλλων δμήσω, δέδμηκα δέδμημαι δμήτης
καὶ ἀδμήτης B, Sym. 144, EM 262.
79
<Ἀδῄωτον> (Procop. bell. 1, 16, 5)· ἀπόρθητον· παρὰ τὸ
δῃῶ, τὸ σημαῖνον τὸ πορθῶ, τοῦτο παρὰ τὸ δαίω, τὸ κόπτω, τροπῇ
τοῦ α̅ εἰς η̅ μετὰ περισπωμένου τόνου δῃῶ, τοῦ ι̅ ἀνεκφωνήτου ὄντος
B, Sym. 145, EM 255. Lex. αἱμ.
80
<Ἀδρηστίνη> (Ε 412)· [τὰ διὰ τοῦ] ι̅ν̅η̅ μὴ γινόμενα
ἀπὸ ἐπιθέτου κύρια μονογενῆ ἀποστρέφονται τὴν ε̅ι̅ δίφθογγον πλὴν
τοῦ πείνη, οἷον Αἰητίνη δίνη. πρόσκειται «μονογενῆ» διὰ τὸ ἐκεῖ-
νος ἐκείνη, ἐρατεινός ἐρατεινή. πρόσκειται «μὴ γινόμενα ἀπὸ ἐπι-
θέτου κύρια», ἐπειδὴ φωτεινὸς τόπος, φωτεινὴ οἰκία, καὶ γίνεται
ἐκ τοῦ Φωτεινή, ὄνομα κύριον B, Sym. 146. Choerob. Orth.
170, 33.
81
<Ἀδολεσχία> (Ar. nub. 1480)· ἀδολεσχίαν μὲν ἐκάλουν
τινὲς καὶ τὴν φλυαρίαν, ἐτάττετο δὲ τοὔνομα ἐπὶ τῶν τὰ μετέωρα
λεσχηνευόντων, οὐ τῆς ἀηδίας καὶ τῆς λέσχης † συγκειμένης, ὥς
τινες ἐξεδέξαντο, ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ ἁδεῖν, τοῦ σημαίνοντος τὸ ἀρέσαι.
ἡ οὖν τῶν ἀρεσκόντων καὶ αὐτοῖς δοκούντων διάλεξις ἀδολεσχία
ἐκαλεῖτο διὰ τὸ μὴ ἐκ κοινῆς ὁρμᾶσθαι δόξης τὴν τοιαύτην ὁμιλίαν,
ἀλλ' ἐξ ἰδίας διαλέξεως καὶ ἀρεσκούσης ὑπολήψεως· διὸ καὶ ἀδο-
λέσχας τοὺς φυσικοὺς ἐκάλουν, οἷον (Eupol. fr. 352)·
λέγω δ' Ὦρον καὶ Σωκράτην πτωχὸν ἀδολέσχην
ἔφη. ἢ παρὰ τὸ ἥδω, τὸ εὐφραίνομαι, οὗ ὁ βʹ ἀόριστος ἄδον, καὶ ἐξ
αὐτοῦ ἅδος, ἡ εὐφροσύνη· καὶ ἔστι λέσχη ἡ φλυαρία, καὶ κατὰ σύν-
θεσιν γίνεται ἀδόλεσχος, ὁ ἐν τῇ φλυαρίᾳ εὐφραινόμενος. [ἢ ἐκ
τοῦ] ἁδῶ, τὸ ἀρέσκω, καὶ τοῦ λέσχη, τοῦτο δὲ παρὰ τὸ λέχος, ὃ
σημαίνει τὴν κοίτην, ἐπειδὴ τὸ πα[λαιὸν] ἔθος ἦν καὶ τῷ χειμῶνι
τόπον εἶχον ἀποκεχωρισμένον, ἐν ᾧ πυρκαϊὰς [ποι]οῦντες ἐν αὐτῷ
καθεζόμενοι διημέρευον φλυαροῦντες καὶ ἀδολεσχοῦντες.
<Ἀδο[λέ]σχης ἀδολέσχου>· ὁ κανών· τὰ ἀπὸ τῶν
εἰς η̅ θηλυκῶν εἰς η̅ς̅ γινόμενα ἀρσενικὰ μὴ ἔχοντα οὐδέτερον εἰς ε̅ς̅
εἰς ο̅υ̅ ἔχει τὴν γενικήν. σημαίνει δʹ· τὸ φιλοσοφῶ (Ps. 118, 23)·
ὁ δὲ δοῦλός σου ἠδολέσχει,
καὶ τὸ παίζω (lxx gen. 24, 63)·
ἐξῆλθεν Ἰακὼβ ἀδολεσχῆσαι εἰς τὸ πεδίον,
καὶ τὸ φλυαρῶ, ὡς τὸ «τί ἀδολεσχεῖς, ἄνθρωπε;» καὶ τὸ ὀλιγωρῶ
(Ps. 76, 3)·
ἠδολέσχησα καὶ ὠλιγοψύχησε
B, Sym. 147, EM 263a—263c. *Orio + Epim. var. An. Ox. II
335, 18 (ab ἢ παρὰ τὸ ἥδω).
〈<Ἀδράφαξυς> (Pherecr. fr. 75)· Sym. c 131, EM 271.
Lex. rhet.〉
82
<Ἁδρός>· ὁ χονδρός· παρὰ τὸ ἥδω, ἡδόμεθα γὰρ τοῖς μεγά-
λοις καὶ χονδροῖς B, Sym. 148, EM 275. Orio 26, 16.
83
<Ἀδόροισι> (Antim. fr. 109 Wyss)· Ἀντίμαχος (l. c.)·
ἐν δ' ἀδόροισι χεύειν εὐήλατον ἄλφι.
†δόροι γὰρ λέγεται παρὰ τὸ ἐκδεδάρθαι· δορός, καὶ δοροί, κατὰ
πλεονασμὸν ἄδοροι. ἢ ἀντὶ τοῦ κακόδοροι. οὕτως Ἡρωδιανός (II
167, 11) B, Sym. 149, EM 274. *Orio.
84
<Ἀδρανής>· δραίνω, τὸ πράττω, δρανῶ ἔδρανον δρανής, καὶ
μετὰ τοῦ στερητικοῦ α̅ ἀδρανής, ὁ ἀνίσχυρος καὶ μὴ πρᾶξαί τι δυνά-
μενος, ὅθεν καὶ ἀδράνεια τὸ θηλυκόν B, Sym. 150, EM 278. *Orio.
85
<Ἀδραστεϊδῶν> (Pind. O. 2, 49)· Ἄδραστος Ἀδραστίδης
Ἀδραστιδῶν, καὶ πλεονασμῷ τοῦ ε̅ Ἀδραστεϊδῶν, οἷον (l. c.)·
Ἀδραστεϊδῶν θάλος
B, Sym. 151, EM 276. *Orio.
86
<Ἀδρίας>· τὸ πέλαγος· Διονύσιος Σικελίας τύραννος, †ὃς
πρότερον † ἐπὶ † τῆς Ὀλυμπιάδος † πόλιν ἔκτισεν Ἀδρίαν ἐν τῷ
Ἰωνικῷ κόλπῳ, ἀφ' ἧς καὶ τὸ πέλαγος Ἀδρίας καλεῖται. Εὔδοξος
δὲ † ἕνα τῶν Ἱστοριῶν (FGH 79 f 1) τὸ πέλαγος καὶ τὴν πόλιν
ὀνομασθῆναι Ἀδρίαν ἀπὸ Ἀδρίου τοῦ Μεσαππίου τοῦ Παύσωνος
B, Sym. 152, EM 279. Orus.
87
<Ἀδύτῳ> (Ε 448)· τῷ ἐνδοτάτῳ καὶ θειοτάτῳ μέρει τοῦ
ναοῦ· ἄδυτα γὰρ καλοῦνται οἱ τό [ποι] τῶν ἱερῶν, εἰς οὓς οὐκ ἔξεστιν
εἰσιέναι οὐδὲ εἰσδῦναι πᾶσιν. ἀπὸ τοῦ δύω δῦμι δύσω δέδυκα δέδυμαι
δέδυται δυτός καὶ ἄδυτος B, Sym. 153, EM 280. *Orio.
88
<Ἄδωνις>· δύνα[ται] ὁ καρπὸς εἶναι ὁ ἀδώνιος, οἷον «ἀδώ-
νειος καρπός», † ἀρέσκον B, Sym. 154, EM 281. Orio.
89
<Ἁδρύνω> (Nic. ther. 377)· τὸ αὐξά[νω· Νίκανδρος]
† ἔνθα (l. c. 376—378)·
ῥωγαλέον φορέουσα περιστιγὲς αἰόλον ἔρφος·
τὴν μὲν ὅθ' ἁδρύνηται ὀροιτύποι οἱ ἀβατῆρες
κόψαντες ῥάδικα πολυστρεφέος κο[τίνοιο]
B, Sym. 155, EM 277. *Schol. Nic.
90
<Ἀεθλεύειν> (Δ 389)· ἀγωνίζεσθαι· ἀπὸ τοῦ ἄεθλον,
ὅπερ ἀπὸ τοῦ ἆθλον· τοῦτο παρὰ τὸ τλῶ, τὸ καρτερῶ, τλόν καὶ ἄτλον,
καὶ τροπῇ ἆθλον. τὸ δὲ ἄεθλον ἀρσενικῶς μὲν λεγόμενον τὸν τόπ[ον]
καὶ τὸ ἀγώνισμα δηλοῖ (χ 5)·
οὗτος μὲν δὴ ἄεθλος ἄατος·
οὐδετέρως δὲ τὸ ἐπὶ ἀγῶν[ος διδόμενον] (Ψ 259)·
νηῶν δ' ἐκφέρετ' ἄεθλα λέβητάς τε τρίποδάς 〈τε〉
B, Sym. 156, EM 285. *Orio.
91
<Ἀεικίας> (υ 308)· τὰς [ὕβρεις] καὶ αἰσχύνας· ἀπὸ τοῦ
αἰκίας πλεονασμῷ τοῦ ε̅ ἀεικίας B, Sym. 157, EM 335, Eust.
1893, 25. *Orio.
92
<Ἀεικέλιος> (ζ 242 ...)· ἀπρεπής, ἀνόμοιος, σκληρός· ὡς
πέμπω πέμπελος, οὕτως γίνεται εἴκω, τὸ ὁμοιῶ, εἴ[κε]λος εἰκέλιος
καὶ ἀεικέλιος. τὸ δὲ εἴκελος, εἰ μέν ἐστι σύνθετον, πάντοτε διὰ τῆς
ε̅ι̅ διφθόγγου γράφεται, εἰ δὲ ἁπλοῦν, διὰ τοῦ ι̅ B, Sym. 158, EM
333. Orio 29, 17.
93
<Ἄεισι> (Hes. th. 875)· παρὰ τὸ ἄω, τὸ πνέω, παράγωγον
τῶν εἰς μ̅ι̅ ἄημι. οὗ τὸ γʹ ἄησι καὶ τὸ δυϊκὸν ἄετον, καὶ κατ' ἔκ-
τασιν ἄητον, οἷον (Ι 5)·
τὼ δ' ἐκ Θρῄκηθεν ἄητον·
ἐξ οὗ καὶ τὸ γʹ τῶν πληθυντικῶν ἄεισι Αἰολικώτερον· ἐχρῆν γὰρ
ἀεῖσι, ὥσπερ ἱεῖσι (Hes. l. c.)·
ἄλλοτε δ' ἄλλῃ ἄεισι
B, Sym. 159, EM 336. *Orio.
94
<Ἀείδελον> (Nic. ther. 20)· σημαίνει τὸ ἀόρατον· ἔστιν
εἴδω, τὸ γινώσκω, ᾧ ἀντιπαράκειται τὸ οἶδα· γίνεται εἴδελος, ὡς
πέμπω πέμπελος, καὶ συνθέσει ἀείδελος, ὁ μὴ θεωρούμενος. παρὰ
[δὲ] Νικάνδρῳ ἐπὶ τοῦ [ἀεὶ] φανεροῦ κεῖται, περὶ οὗ ἔστιν εἰπεῖν,
ὅτι ἀπὸ τοῦ ἀείδηλον γέγονε κατὰ συστολὴν τοῦ η̅ [εἰς ε̅]. τὸ δὲ
ἀΐδηλον, τὸ ἀφανιστικόν, ἀπὸ τοῦ εἴδω 〈τοῦ σημαίνοντος τὸ γινώσκω
ἢ τὸ βλέπω γίνεται ἰδνόν καὶ μετὰ τοῦ δῆλος〉 γέγονεν ἀϊδνόδηλος
καὶ συγκοπῇ [ἀΐδηλον] B, Sym. 160, EM 317. *Schol. Nic. +
95
<Ἄεθλον> (Χ 163 ...)· ἀπὸ τοῦ ἐθέλω, ἐθέλον τι· ἔστι μετὰ
τοῦ ἐπιτατικοῦ α̅ ἀέθελον, [τὸ πάνυ θελητόν], καὶ συγκοπῇ ἄεθλον
καὶ κράσει τοῦ α̅ε̅ ἆθλον, καὶ ἆθλος τὸ ἀρσενικόν. ⟦ἀπὸ τοῦ εἴδω,
τοῦ σημαίνοντος τὸ γινώσκω ἢ τὸ βλέπω γίνεται ἰδνόν καὶ μετὰ τοῦ
δῆλος ἀϊδνόδηλος⟧ B, Sym. 161, EM 285.
96
<Ἄειλα> (Aesch. fr. 748)· τὰ [πο]λύσκια χωρία· κατὰ
στέρησιν τῆς † ἕλης B, Sym. 163, EM 318. Lex. rhet.
97
<Ἀειλογία> (Dem. or. 19, 2 ...)· τὸ ἀεὶ λόγους καὶ εὐ-
θύ[νας] ὑπέχειν B, Sym. 162, EM 319. *Lex. rhet.
98
<Ἀείζωτος>· 〈***〉 ἄζωτος ἡ ναῦς ἐστι † καὶ ἀνυπ-
ήλιφος· ἀζώτους [δὲ] τὰς ἀνασεσυρμένας γυναῖκας B, Sym. 164,
EM 338.
99
<Ἀεικής>· ὁ σκληρός, ὁ μὴ εἴκων· εἴκω [εἰκής] καὶ ἀεικής,
ἀφ' οὗ τὸ (a 341)
ἀεικέα λοιγὸν ἀμῦναι,
καὶ αἰκία. λαμβάνεται δὲ καὶ ἐπὶ τοῦ ἀπρεποῦς (Τ 124)·
σὸν γένος, οὔ οἱ ἀεικές
B, Sym. 165, EM 332. Orio.
100
<Ἀείδω>· ἀντιπαράκειται τὸ ἀοιδή. γέγονε [δὲ] παρὰ τὸ
εἴδω, τὸ γινώσκω, καὶ μετὰ τοῦ ἐπιτατικοῦ α̅ ἀείδω. τὸ δὲ εἴδω
[σύνθετον] εἰ[ς] ὄνομα ἀποβάλλει τὸ ε̅· νῆις, ὁ ἄπειρος, καὶ πολύ-
ιδος· [καὶ παραγόμενον, οἷον ἴδμων] ἴστωρ. ἰστέον δέ, ὅτι τὰ κατὰ
τὴν κοινὴν διάλεκτον τὰ ἀπαθῆ οὐ [λέγονται, οἷον] τὸ πατέρος καὶ
μητέρος καὶ ἀνέρος, ἀλλὰ τὰ πεπονθότα, [οἷον τὸ πα]τρός· οὕτως
οὖν καὶ τὸ ἀείδω εἰς α̅ μακρὸν ἄιδω ⟦καὶ⟧ κατὰ κρᾶσιν τοῦ † ε̅α̅ καὶ
[συναιρέσει] τοῦ α̅ι̅ εἰς τὴν α̅ι̅ δίφθογγον B, Sym. 166, EM 315.
Choerob. Orth. 181, 32.
101
<Ἀεικίσσωσ[ιν]> (Τ 26)· ὡς εὐγενής εὐγενίζω, οὕτως
ἀεικής ἀεικίζω, ὅπερ ἀπὸ τοῦ εἴκω. ἢ παρὰ τὸ αἰκίζω ἀεικί[ζω
κατὰ πλεονασμὸν τοῦ ε̅] (l. c.)·
εὐλὰς †ἐγγιωνται, ἀεικίσουσι δὲ νεκρόν
B, Sym. 167, EM 334.
102
<Ἀέκητι> (Λ 667 ...)· ἔστιν ἀεκάζω, [οὗ] ἡ μετοχὴ (Ζ 458)
πόλλ' ἀεκαζομένη,
ἐξ αὐτοῦ ἐπίρρημα ἀεκαστί, ὡς δωρίζω δωριστί, [καὶ κατὰ] ἀπο-
βολὴν τοῦ σ̅ ἀεκατί, καὶ τροπῇ τοῦ † ι̅ Ἰωνικῇ καὶ ἀναβιβάσει τοῦ
τό[νου ἀέκ]ητι· ἡ γὰρ ἀποβολὴ πολλάκις ἀναβιβάζει τοὺς τόνους
B, Sym. 168, EM 286.
103
<Ἀεκήλια> (Σ 77)· κατὰ ἀπόφασιν τοῦ ἑκήλου, ἐφ' οἷς
οὐχ οἷόν τε ἡσυχάζειν, οἷον οὐχ ἥ[συχ]α οὐδ' εἰρηναῖα, ἀλλὰ ταρα-
χώδη· ἢ ἀκούσια, ἃ οὐκ ἄν τις ἑκὼν πάθοι B, Sym. 169, EM
287, Eust. 1130, 34.
104
<Ἀειρομένη> (Β 151, Ψ 366)· ἀπὸ τοῦ ἀήρ ἀέρος ἀέρω,
καὶ πλεονασμῷ τοῦ ι̅ ἀείρω, ἡ μετοχὴ ἀειρόμενος B, Sym. 170,
EM 337.
105
<Ἄελλα> (Β 293 ...)· ἡ ἄγαν εἰλοῦσα. ἢ παρὰ τὸ ἄω, τὸ πνέω,
οἷον (Ι 5)·
Βορέης [καὶ] Ζέφυρος, τώ τ' ἐκ Θρῄκηθεν ἄητον·
ὁ μέλλων ἀήσω καὶ ἀέσω, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἄελλα κατὰ πλεονασμὸν
τοῦ λ̅ B, Sym. 171, EM 289; Eust. 223, 13 et 1953, 62. Orio 5, 13.
106
<Ἀελλής> (Γ 13)· παρὰ τὸ ἕλλω. ἢ παρὰ τὸ εἰλῶ, τὸ συστρέ-
φω, ἀποβολῇ τοῦ ι̅ γίνεται ἐλλής καὶ μετὰ τοῦ ἐπιτατικοῦ α̅ 〈ἀελ-
λής〉, ὥσπερ ἀτερπής, ἐξ οὗ καὶ τὸ ἀολλίζω, ὃ σημαίνει τὸ συν-
αθροίζω (Ζ 270)·
ἔρχεο σὺν θυέεσσιν, ἀολλίσασα γεραιάς
B, Sym. 172, EM 290, Eust. 223, 13. Orio 29, 22.
107
<Ἀελπτέοντες> (Η 310)· ἀνελπιστοῦντες, οὐκ ἐλπίζον-
τες· ἀπὸ τοῦ ἔλπω ἀέλπτω B, Sym. 173, EM 305.
108
<Ἀελλόπος> (Θ 409 ...)· ἰστέον, ὅτι τὰ παρὰ τὸ πούς συντι-
θέμενα τὴν τοῦ ἁπλοῦ φυλάττουσι κλίσιν καὶ διὰ τοῦ δ̅ο̅ς̅ κλίνονται,
οἷον πούς ποδός, οἰδίπους οἰδίποδος, τὰ γὰρ ἀποβολῇ τοῦ ς̅ ποιοῦντα
τὴν γενικὴν Ἀττικά εἰσιν, οἷον ὁ τρίπους τοῦ τρίπου καὶ ὁ Οἰδίπους
τοῦ Οἰδίπου. ἰστέον, ὅτι τὰ παρὰ τὸ πούς ἀποβάλλουσι τὸ υ̅ κατὰ
τὴν εὐθεῖαν (l. c.)·
ὦρτο δ' ἀελλόπος,
καὶ (Χ 164)
ἢ τρίπος ἠὲ [γυνή].
οὕτως Χ[οιροβοσκός] (in Theod. I 243, 11) B, Sym. 174, EM
304. Choerob. l. c.
109
<[Ἀέ]ντες> (Ε 526)· [ἔστιν] ἀῶ περισπώμενον, ὅτι [δέ]
ἐστι περισπώμενον δῆλον ἐκ τοῦ ἄησις καὶ ἄημι· [καὶ οἱ] Αἰολεῖς
τὴν ἀῶν μετοχήν, καθὰ ποιῶν καὶ φιλῶν, ἀείς ἐροῦσιν, ὡς φιλείς
καὶ ποιείς· καὶ ἡ εὐθεῖα τῶν πληθυντικῶν ἀέντες, ἡ γενικὴ ἀέ[ν-
των], ὡς ποιέντων, οἷον καὶ (ε 478)
ἀνέμων μένος ὑγρὸν ἀέντων.
[εἰ δὲ] ἦν βαρύτονον, ἄεντες ἂν ἐρρήθη (Ε 526)·
πνοιῇσι λιγυρῇσι διασκιδνᾶσιν ἀέντες
B, Sym. 175, EM 306. *Orio.
110
<Ἀένναος>· νάω νάος, ἐν συνθέσει ἀέναος, ὁ ἀεὶ ῥέων B,
Sym. 176, EM 307. *Orio.
111
<Ἀέξει> (Ζ 261)· αὔξει· ἀπὸ τοῦ ἔχω, τοῦ σημαίνοντος τὸ
ἐλαύνω, ὁ μέλλων ἕξω καὶ ἀέξω, ὡς τὸ (l. c.)
ἀνδρὶ δὲ κεκμηῶτι μένος μέγα οἶνος ἀέξει
B, Sym. 177, EM 308. *Orio.
112
<Ἄερθεν> (Θ 74)· ἀείρω ἀερῶ ἄερκα ἄερμαι ἀέρθην ἀέρθη-
σαν καὶ ἄερθεν, ὡς τὸ (Γ 1)
κόσμηθεν
B, Sym. 178, EM 309. *Orio.
113
<Ἀερσίποδες> (Γ 327)· αἴροντες εἰς ὕψος τοὺς πόδας·
παρὰ τὸ ἀείρω ἀερῶ ἀερίποδες, καὶ πλεονασμῷ τοῦ σ̅ ἀερσίποδες
(Γ 326—327)·
ἧχι ἑκάστῳ
ἵπποι ἀερσίποδες
B, Sym. 179, EM 310. Methodius.
114
<Ἀεσίφρων> (υ 183, Ψ 603)· ὁ μὴ διεγηγερμένας ἔχων
τὰς φρένας· ἄω, τὸ κοιμῶμαι, ὁ μέλλων ἀέσω, ὅθεν καὶ (fr. poe-
ticum)
ἀέσσεται
B, Sym. 180, EM 313. Orio.
115
<Ἀεργεία>· Ἡσίοδος (Op. 311)·
ἀεργίη δέ τ' ὄνειδος
B, Sym. 181. Schol. Hes. op.
116
<Ἄζειν> (Nicochar. com. fr. 19)· τὸ στόμα ἀθρόως προσ-
πνεῖν B, Sym. 183, EM 344. *Lex. rhet.
117
<Ἀζεΐδαο>· ⟦σχόλιον Βοιωτίας⟧ (Β 513)·
δόμῳ Ἄκτορος Ἀζεΐδαο.
εὗρον ἐν Ὑπομνήματι Βοιωτίας σχόλιον. ἀπὸ τοῦ Ἀζεύς Ἀζείδης
τὸ πατρωνυμικὸν καὶ ἐκεῖθεν Ἀζεΐδαο B, Sym. 182, EM 345.
Comm. Hom.
118
<Ἀζηχές> (Δ 435)· ἀδιαλείπτως· κατὰ τροπὴν τοῦ δ̅ εἰς
ζ̅ Δωρικῶς, ἀδηχές γάρ. ἄδην δέ ἐστι τὸ ἀδιάλειπτον ἢ † μεγαλό-
ψυχον, οἷον (l. c.)·
ἀζηχὲς μεμακυῖαι·
σημαίνει δὲ τὸ σκληρὸν ἀπὸ τῆς ἄζης, ὃ σημαίνει τὴν ξηρασίαν B,
Sym. 184, EM 342. Orio 8, 5; 13, 24.
119
<Ἄζη> (χ 184?)· ἡ ξηρασία, ὅτι τοῦ ζῆν καὶ
ρηται B, Sym. 185, EM 340, Et. Gud. (c) α 299. Orio. 13, 24.
120
<Ἀζαλέην> (Η 239)· ξηρὰν ἢ σκληράν· παρὰ τὸ ἄζω, τὸ
ξηραίνω. ἔστι ζῶ καὶ κατὰ στέρησιν τοῦ α̅ ἄζω· τὸ γὰρ [ζῶν καὶ]
ὑγρόν ἐστιν. οὕτως † Ὦρος. ὁ δὲ Ἡρωδιανὸς (II 256, 8) λέγει, ὅτι
παράγωγόν ἐστιν ἀπὸ τοῦ ἅγος· ὡς σκέλος σκελίζω, τεῖχος τειχίζω,
οὕτως καὶ ἅγος ἁγίζω καὶ κατὰ συγκοπὴν ἅζω. πόθεν δὲ δῆλον;
ἐκ τοῦ τὸν Ἀλκμᾶνα εἰπεῖν (fr. 128)·
ἀγίσδεο·
ἀντὶ τοῦ ἅζεο ἀγίσδεο εἶπεν B, Sym. 186, EM 343 + 339. Orio
27, 11 + Hdn. l. c.
121
<Ἀζήν>· σημαίνει τὸν πώγωνα κατὰ Φρύγας καὶ κλίνεται
ἀζένος· ἐκ τούτου λέγεται καὶ τὸ αἰζηός γίνεσθαι. καὶ ὤφειλε κλί-
νεσθαι διὰ τοῦ η̅ ὡς μὴ ἔχον τὸ μ̅ ἀπ' εὐθείας, ἀλλὰ σεσημείωται
ὡς τὸ ἀδήν ἀδένος, σημαίνει δὲ τὸν βουβῶνα. καὶ ἔστιν εἰπεῖν, ὅτι
τὰ εἰς η̅ν̅ ὀξύτονα ἔχοντα ἐν τῇ παραληγούσῃ τὸ α̅ καὶ σημαίνοντα
μέρος σώματος ἢ πάθος τρέπει τὸ η̅ εἰς τὸ ε̅, οἷον αὐχήν αὐχένος,
ἀδένος, ἀζένος· τὸ γὰρ λειχήν οὐκ ἔχει τὸ α̅ B, Sym. 187, EM
341.
122
<Ἀηδών>· παρὰ τὸ ἀείδω ἀειδών, καὶ τροπῇ Αἰολικῇ τῆς
ε̅ι̅ διφθόγγου εἰς η̅ ἀηδών. ἄλλοι δὲ τροπὴν μόνον λέγουσι γεγονέναι
τοῦ ε̅ εἰς η̅ καὶ μένει τὸ ι̅ προσγεγραμμένον B, Sym. 188, EM
361. Orio 28, 1 +
123
<Ἄη> (μ 325)· ὥσπερ παρὰ τὸ φιλῶ γέγονεν ἐφίλει διὰ τῆς
ε̅ι̅ διφθόγγου, κατὰ δὲ Αἰολεῖς ἐφίλη διὰ τοῦ η̅, οὕτως καὶ παρὰ τὸ
ἄω ἄει καὶ κατὰ Αἰολεῖς ἄη· καὶ Ὅμηρος (μ 325)·
μῆνα δὲ πάντ' ἄληκτον ἄη νότος
B, Sym. 189, EM 348.
124
†<Ἀήδιζον> (Κ 493)· ἰστέον, ὅτι τὰ ἀπὸ φωνήεντος ἀρχό-
μενα ῥήματα χρονικῶς αὔξονται ἐν τῷ παρατατικῷ, οἷον ἄγω ἦγον,
αἴρω ἀρῶ ᾖρον, αἰτῶ ᾔτουν. δεῖ προσθεῖναι «χωρὶς τῶν Ἰωνικῶν
καὶ τῶν ποιητικῶν»· οἱ γὰρ ποιηταὶ καὶ οἱ Ἴωνες συναρχομένους
πολλάκις ποιοῦσι τοὺς παρῳχημένους τοῖς ἰδίοις ἐνεστῶσ[ιν], οἷον
ἄγω ἄγεν (cf. n 602)·
ἄγε [δέ ἑ] μοῖρα βαρεῖα,
καὶ (Ψ 666)
ἅψατο δ' ἡμιόνων,
ἀντὶ τοῦ ἥψατο· καὶ «χωρὶς τῶν ἀπὸ [προθ]έσεων ἀρχομένων»·
ἐπὶ τούτων γὰρ [ἡ ἀρχή] τοῦ ἐνεστῶτος φυλάττεται καὶ ἐν τῷ παρα-
τατικῷ· καὶ «χωρὶς τοῦ εὐαρεστῶ εὐηρέστουν, [εὐορκῶ εὐ]ώρ-
κουν»· ἐπὶ τούτων γὰρ ἔσωθεν ἐγένετο ἡ κλίσις. δεῖ προσθ[εῖναι]
«χωρὶς τοῦ [ἀηθέ]σσω ἀήθεσσον», ἀηθέσσω δέ ἐστι τὸ ἀήθης
ὑπάρχω· καὶ «χωρὶς τοῦ ἐν τῇ συν[η]θείᾳ λεγομένου ἀηδίζομαι
καὶ ἀηδιζόμην». ταῦτα μὲν ὁ Χοιροβοσκός (in Theod. II 45, 5;
46, 18). ὁ δὲ Ζηνόβιος λέγει εἰς τὸ Ῥηματικὸν τοῦ Ἀπολλωνίου
(fr. I 5 Schoemann), ὅτι καὶ τὸ ἀΐω, τὸ σημαῖνον τὸ ἀκούω, ὡς
παρὰ τῷ ποιη[τῇ], οἷον (Κ 160 ...)·
οὐκ ἀΐεις,
καὶ τὸ ἄω, τὸ σημαῖνον τὸ πνέω, οὐ τρέπει τὸ α̅ εἰς η̅ ἐν τῷ παρα-
τατικῷ. καὶ ἐπὶ μὲν τοῦ ἀΐω διὰ τοῦτο οὐ τρέπεται τὸ α̅ εἰς η̅,
ἵνα μὴ συνεμπέσῃ τὸ ἦεν τὸ γενόμενον ἀπὸ τοῦ ἔω, τὸ σημαῖνον
τὸ ὑπάρχω. τὸ δὲ ἀηθέσσω καὶ ἀηδίζομαι, ἵνα μὴ εὑρεθ[ῇ] ἀλ-
λεπάλληλον τὸ η̅ B, Sym. 190, EM 362. Choerob. l. c. + Zenob.
l. c.
125
<Ἀήρ>· παρὰ τὸ αἴρω, τὸ σημαῖνον τὸ κουφίζω, γίνεται ἀήρ·
κουφίζονται γὰρ ἐν αὐτῷ καὶ αἴρονταί τινα ζῷα. ἢ ὁ κοῦφος, παρὰ
τὸ † ἀήρω. ἢ παρὰ τὸ ἄω, τὸ πνέω, ἀήρ· καὶ γὰρ ἡ κίνησις αὐτοῦ
ποιεῖ τὸν ἄνεμον B, Sym. 191, EM 349; Et. Gud. (c) α 307.
Orio 19, 7; 176, 14 koes.
126
<Ἀήσυλος> (Ε 876)· ἀπὸ τοῦ ἄσω μέλλοντος, τοῦ δηλοῦν-
τος τὸ βλάπτω, οἷον (Ι 119 ... ?)·
ἠδ' ἀασάμην,
γίνεται ὄνομα ῥηματικὸν † ἀήσυλος, [καὶ] κατὰ πλεονασμὸν τοῦ † α̅
ἀήσυλος, ὁ ἡμαρτημένος καὶ ἄτοπος. οὕτως † Ὦρος. ἢ ἀπὸ τοῦ
ἥδω ἥσω ἥσυλα καὶ (Ε 876)
ἀήσυλα,
τὰ μὴ τέρποντά τινα, ἄτακτα, μωρά· ἢ ἄδικα καὶ ἁμαρτωλά B,
Sym. 192, EM 360. Orio +
127
<Ἀήσυρον> (Call. fr. 311)· ἀσθενὲς καὶ κενόν B, Sym.
193. Lex. rhet.
128
<Ἀήτης> (Ο 626)· ὁ ἄνεμος· παρὰ τὸ ἀῶ, τὸ πνέω, ὁ μέλ-
λων ἀήσω, ὄνομα ῥηματικὸν ἀήτης B, Sym. 194, EM 359, Et.
Gud. (c) α 309. Orio 19, 17.
129
<Ἄητον> (Ι 5, Φ 395)· ὥσπερ παρὰ τὸ φιλῶ γίνεται φιλεῖ-
τον, οὕτως καὶ παρὰ τὸ ἀῶ ἀεῖτον τὸ δυϊκόν, ὡς παρὰ Αἰολεῦσιν
ἄητον καὶ ποίητον· εἰ γὰρ ἦν βαρύτονον, ἄετον ὤφειλεν εἶναι, ὡς
λέγετον τύπτετον. ἢ παρὰ τὸ ἀῶ γίνεται παράγωγον ἄημι καὶ τὸ
γʹ ἄησι καὶ τὸ δυϊκὸν ἄετον καὶ κατ' ἔκτασιν ἄητον. οὕτως ὁ Φιλό-
ξενος εἰς τὸ Ῥηματικὸν…
130
<…
The complete text is available when the reading interface loads.