The Greek Library Catalogue

Anonymous

Glossae in Herodotum

Edition reference
Glossae in Herodotum (= Ἡροδότου λέξεις) (litterarum ordine), ed. Stein, op. cit., 210– 218.
CTS identifier
urn:cts:greekLit:tlg4304.tlg002.local001
Rights
Document TEI P5 local en UTF-8.
Corpus release
2.2.0 · 2026-08-29
Bibliographic authority
View bibliographic record ↗

iota

t

{Ι.}

1

<Ἴλη>. συστροφή, τάξις ὄχλου ἱππική.

2

<Ἰθαγενεῖς>. οἱ γνήσιοι παῖδες.

3

<Ἱστία>. δεῖπνα.

4

<Ἰακχάζουσι>. λέγουσι, φλυαροῦσιν.

kappa

t

{Κ.}

1

<Κνάφος>. ἄκανθα ἕλκουσα ἱμάτια.

2

<Κατατέλεα>. τὰ ἀναλώματα καὶ συνέδρια.

3

<Καταγωγή>. πανδοκεῖον.

4

<Κνυζημάτων>. τῶν γοερῶν ἀποφθεγμάτων.

5

<Κορύνη>. ξύλον ἐπικαμπές.

6

<Κρέξ>. ὄρνεον δυσοιώνιστον τοῖς γαμοῦσι.

7

<Κάπτοντες>. ἀποδεχόμενοι.

8

<Καινοῦν>. τὸ χρήσασθαι λόγῳ καινῷ.

9

<Κομιδή>. ἀνάσωσις, ἐπιμέλεια.

10

<Κέρκουρος>. νεὼς εἶδος.

11

<Κληρούχους>. γεωργούς.

12

<Κρησφύγετον>. καταφυγή, ὀχύρωμα.

13

<Καταγινέων>. καταλύων.

14

<Καλλιερεῖσθαι>. ἐπὶ τοῦ θύειν τέτακται ἔντομα.

15

<Κυματώγη>. ὑπαγωγή, αἰγιαλός.

16

<Κυρβασίας>. τιάρας.

lambda

t

{Λ.}

1

<Λεύκη>. πάθος περὶ ὅλον τὸ σῶμα.

2

<Λαῦραι>. ῥύμαι, ἄμφοδα.

3

<Λίνον>. λύρας χορδὴ ἢ ᾠδῆς ὄνομα

4

<Λάξιν>. λῆξιν, μερισμόν, κλῆρον.

5

<Λῆμα>. ἀνδρεία, ἀξία, φρόνημα.

6

<Λάσθη>. αἰσχύνη.

mu

t

{Μ.}

1

<Μετεξέτεροι>. ἔνιοι, τινές.

2

<Μύδρον>. σίδηρον ἀργόν.

3

<Μελεδωνοί>. φροντισταί.

4

<Μυχοί>. καταδύσεις.

nu

t

{Ν.}

1

<Νεοχμῶσαι>. νεωστὶ κινῆσαι.

2

<Ναυλόχιον>. λιμένα.

xi

t

{Ξ.}

1

<Ξενίην συνεθήκατο>. ἀντὶ τοῦ ὡς ξένον ἐδωρήσατο.

omicron

t

{Ο.}

1

<Ὄρθιος νόμος>. τρόπος μελῳδίας ἁρμονίαν ἔχων καὶ

ῥυθμὸν ὡρισμένον.

2

<Οὖροι>. ὁροθέσια.

3

<Ὄχανα>. ἀσπίδων πόρπακες καὶ δεσμοί.

4

<Οὐ καταπροΐξεσθαι>. προῖκα ποιῆσαι.

5

<Ὀργίσας>. μαλάξας.

6

<Οἰσύπη>. ῥυπαρὰ προβάτων ἔρια.

7

<Οὐκ ἱκνεομένως>. οὐ προσηκόντως.

8

<Ὄνος>. τὸ περὶ τὰ τῶν ὑδάτων ἀγγεῖα πολύπουν καὶ

συστρεφόμενον.

9

<Ὀρχηδόν>. ἡβηδόν.

pi

t

{Π.}

1

<Πηκτίς>. ὄργανον ψαλτήριον.

2

<Πεσσοί>. ψῆφοι.

3

<Πρυτανεῖον>. θεσμοθέσιον, θόλος, καὶ ἡ τοῦ σίτου

θήκη.

4

<Πρόχυσις>. τὸ ἀποσπεῖσαι.

5

<Πρόπολος>. νεωκόρος. καὶ ὁ δοῦλος μετὰ τοῦ ςʹ.

6

<Ποινή>. ἀντέκτισις.

7

<Παταΐκοισι>. θεοὶ Φοινικικοὶ ἐν ταῖς πρύμναις ἱδρυ-

μένοι.

8

<Παλάθας>. τὰ ἐκ τρυγὸς πλάσματα. κυρίως δὲ ἡ τῶν

σύκων ἐπάλληλος θέσις.

9

<Περιφορητά>. ἀκτά.

10

<Παχέων>. πλουσίων.

11

<Πρόξενοι>. προστάται πόλεων, φροντισταί.

12

<Πολέμαρχος>. ἄρχων πρὸς ὃν κατηγγυῶντο τοὺς

ξένους.

13

<Πρόκα>. εὐθὺς καὶ παραχρῆμα.

rho

t

{Ρ.}

1

<Ῥιπίς>. πλέγμα.

2

<Ῥηχίης>. φραγμοῦ ἢ δέσμης τῶν φραγμῶν.

3

<Ῥῆχος>. φραγμός.

sigma

t

{Σ.}

1

<Σκευή>. ὅπλισις καὶ στολή.

2

<Σπερχθείς>. ταραχθείς, θυμωθείς.

3

<Συμψήσας>. συντρίψας.

4

<Σαγάρεις>. πελέκεις.

5

<Σχοινοτενές>. μακρόν.

6

<Συρμαΐζειν>. καθαίρειν πόματί τῳ ἐκ ζειῶν καὶ

ὕδατος.

7

<Σπαδίξας>. ἐκδείρας. σπάδιξ γὰρ φλοιὸς ῥίζης πρινί-

νης. οἱ δὲ φοίνικος ῥάβδον. σπάδακες δὲ καὶ

οἱ κύνες. καὶ σπάδιξ ὄργανόν τι κιθαριστικόν.

8

<Συρμαίην>. βρῶμα διὰ στέατος καὶ μέλιτος, ἢ λάχα-

νον σελίνῳ ἐοικός.

9

<Σκυτάλαις>. ῥάβδοις.

10

<Σῶστρα>. σωτήρια, λύτρα.

11

<Σώχουσι τρίβουσι>.

12

<Σισύρα>. χιτὼν βαρβαρικὸς ἐκ δερμάτων.

13

<Σχοίνου συμβολεῖ>. οἱ ψιαθοπλόκοι.

14

<Στρόφος>. τὸ περὶ τὴν κεφαλὴν ἐρεοῦν.

15

<Σταθμός>. κατάλυμα, ὁδοῦ μέτρον.

16

<Σινάμωρον>. κακόσχολον.

17

<Σαυρωτήρ>. ξεστὸν δόρυ ἢ στύραξ, ὃν ἔνιοι καλοῦσιν

οὐρίαχον.

tau

t

{Τ.}

1

<Τριηκάδας>. δεῖπνα κατὰ δήμους καὶ ἀριθμὸς ἀνδρῶν

τριάκοντα.

2

<Ταρσοὶ καλάμων>. τρασιὰ ἐν ᾗ ἐξήραινον τὴν πλίνθον.

3

<Τριφάσιοι>. τρίφωνοι, τριπλάσιοι.

4

<Τόρνιον>. τὸ τρῆμα καὶ τὸ ἐνιέμενον εἰς αὐτό.

5

<Τέμπεα>. τὰ στενὰ τῶν ὀρῶν καὶ οἱ σύνδενδροι τόποι.

6

<Ταινία>. διάδημα.

7

<Ταρσός>. ἡ τῶν ὀρνίθων πτέρωσις.

phi

t

{Φ.}

1

<Φαρμάκοις>. βαφαῖς.

2

<Φάλαρα>. τὰ περὶ τὰς γνάθους σκεπάσματα.

3

<Φάρσος>. τρύφος, κλάσμα.

4

<Φρενήρης>. σώφρων.

5

<Φριμάξασθαι>. φρυάξασθαι, φυσῆσαι.

6

<Φορμός>. πλέγμα, ὁ κόφινος.

7

<Φυλάξαντες>. ἐπιτηρήσαντες.

8

<Φερέγγυος>. βεβαιωτής.

chi

t

{Χ.}

1

<Χρήματος>. πράγματος.

2

<Χοιράδες>. πέτραι λεῖαι ἐν θαλάσσῃ.

3

<Χορδεύων>. τέμνων.

psi

t

{Ψ.}

1

<Ψῆνες>. κωνώπια τὰ ἐν τοῖς ὀλύνθοις τοῖς ἄρσεσι.

2

<Ψῶσαν>. θάλπουσαν.